97 αποτελέσματα για «財»

財政構造 ざいせいこうぞう

ουσιαστικό

  1. 01 δημοσιονομική δομή
財布の紐を締める さいふのひもをしめる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σφίγγω το ζωνάρι, περιορίζω τα έξοδα
財政再建団体 ざいせいさいけんだんたい

ουσιαστικό

  1. 01 οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης που τελεί υπό κρατική εποπτεία για την εξυγίανση των οικονομικών του
財政安定 ざいせいあんてい

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική σταθερότητα, δημοσιονομική σταθερότητα
財産刑 ざいさんけい

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματική ποινή, οικονομική τιμωρία
財産区 ざいさんく

ουσιαστικό

  1. 01 ζαϊσάνκου, ειδικό τοπικό δημόσιο σώμα που διαθέτει δική του περιουσία κ.λπ. και καλύπτει τα έξοδά της
財相 ざいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργός οικονομικών, ταμίας
財務報告書 ざいむほうこくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικές εκθέσεις
財番 ざいばん

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός μητρώου παγίων
財経 ざいけい

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικά και δημοσιονομικά
財政均衡計画 ざいせいきんこうけいかく

ουσιαστικό

  1. 01 σχέδιο ισοσκελισμένου προϋπολογισμού
財務トランザクション ざいむトランザクション

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομική συναλλαγή
財政調整基金 ざいせいちょうせいききん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματοδοτικό αποθεματικό εξισορρόπησης, αποθεματικό ταμείο δημοσιονομικής προσαρμογής που ορίζεται από τον Νόμο περί Τοπικών Οικονομικών
財務格付け ざいむかくづけ

ουσιαστικό

  1. 01 αξιολογήσεις οικονομικής ευρωστίας
財務力格付け ざいむりょくかくづけ

ουσιαστικό

  1. 01 αξιολογήσεις οικονομικής ισχύος
財政関税 ざいせいかんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 εισπρακτικός δασμός
財政機関 ざいせいきかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρηματοπιστωτικό ίδρυμα
財産番号 ざいさんばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός μητρώου παγίων
財政年度 ざいせいねんど

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικό έτος, φορολογικό έτος
財務理事 ざいむりじ

ουσιαστικό

  1. 01 οικονομικός διευθυντής