71 αποτελέσματα για «貧»

貧毛類 ひんもうるい

ουσιαστικό

  1. 01 ολιγόχαιτοι
貧乏削り びんぼうけずり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μολύβι ξυσμένο και από τις δύο άκρες, η πράξη του να ξύνει κάποιος ένα μολύβι και από τις δύο άκρες
貧は世界の福の神 ひんはせかいのふくのかみ

άλλο

  1. 01 η φτώχεια είναι ο μεγαλύτερος κινητήρας, η ανάγκη γεννάει τα μέσα
貧乏揺るぎもしない びんぼうゆるぎもしない

άλλο, επίθετο

  1. 01 τελείως ακίνητος, εντελώς ατάραχος
貧者の一灯 ひんじゃのいっとう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 η συνεισφορά του φτωχού, το οβολός της χήρας, ένα φανάρι από έναν φτωχό άνθρωπο (δηλαδή κανείς δεν μπορεί να δώσει περισσότερα από το μόνο πράγμα που έχει)
貧生 ひんせい

ουσιαστικό

  1. 01 άπορος φοιτητής, φτωχός μαθητής
  2. 02 φτωχός άνθρωπος
貧僧の重ね斎 ひんそうのかさねどき

άλλο

  1. 01 η καλή τύχη δεν διαρκεί, τα δύο μνημόσυνα ενός φτωχού μοναχού (που συμπίπτουν χρονικά με αποτέλεσμα ο μοναχός να προλαβαίνει να φάει μόνο στο ένα)
貧尻 ひんけつ

ουσιαστικό

  1. 01 μικρά οπίσθια
貧素 ひんそ

ουσιαστικό

  1. 01 ακραία φτώχεια, εξαθλίωση
貧打戦 ひんだせん

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι με λίγα χτυπήματα, αγώνας με χαμηλό σκορ
  1. 01 φτώχεια
  2. 02 φτωχός