70 αποτελέσματα για «走»
走時 そうじ
ουσιαστικό
- 01 χρόνος διαδρομής (ιδίως για κύματα, σεισμικές δονήσεις κ.λπ.)
走時曲線 そうじきょくせん
ουσιαστικό
- 01 καμπύλη χρόνου διαδρομής
走時表 そうじひょう
ουσιαστικό
- 01 πίνακας χρόνου διαδρομής
走り梅雨 はしりづゆ
ουσιαστικό
- 01 αστάθμητος καιρός που προηγείται της περιόδου των βροχών (συνήθως συμβαίνει τον Μάιο)
走順 そうじゅん
ουσιαστικό
- 01 σειρά δρομέων (ειδικά σε σκυταλοδρομία)
走行音 そうこうおん
ουσιαστικό
- 01 ήχος κινούμενου τρένου ή οδικού οχήματος
走査型電子顕微鏡 そうさがたでんしけんびきょう
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης, SEM
走行距離計 そうこうきょりけい
ουσιαστικό
- 01 οδόμετρο
走り炭 はしりずみ
ουσιαστικό
- 01 εκρηγνυόμενος άνθρακας
走
- 01 τρέχω