68 αποτελέσματα για «踏»
踏歩変換 とうほへんかん
ουσιαστικό
- 01 αλλαγή ποδιού (σε καλπασμό αλόγου)
踏切遮断機 ふみきりしゃだんき
ουσιαστικό
- 01 μπάρα διάβασης σιδηροδρομικής γραμμής, μπάρα ισόπεδης διάβασης
踏鳴 ふみなり
ουσιαστικό
- 01 πάτημα στο έδαφος (στις ιαπωνικές πολεμικές τέχνες), ποδοπάτημα
踏切支障報知装置 ふみきりししょうほうちそうち
ουσιαστικό
- 01 κουμπί έκτακτης ανάγκης ισόπεδης διάβασης
踏み入る ふみいる
ρήμα
- 01 εισέρχομαι, μπαίνω μέσα
踏み立てる ふみたてる
ρήμα
- 01 πατάω σταθερά, στέκομαι σταθερά
- 02 πατάω πάνω σε κάτι (π.χ. σε ένα καρφί)
踏ん反る ふんぞる
ρήμα
- 01 γέρνω προς τα πίσω στηρίζοντας τα πόδια μου, τεντώνομαι και καμπουριάζω την πλάτη μου
- 02 φέρομαι με υπεροψία, είμαι αλαζονικός
踏
- 01 πατώ
- 02 πατώ, καταπατώ
- 03 διεκπεραιώνω
- 04 αποτιμώ, εκτιμώ
- 05 αποφεύγω την πληρωμή