76 αποτελέσματα για «軟»
軟炭 なんたん
ουσιαστικό
- 01 μαλακός άνθρακας, λιθανθρακούχο κάρβουνο
軟弱者 なんじゃくもの
ουσιαστικό
- 01 δειλός, αδύναμος, άνθρωπος με ασθενική θέληση
軟式飛行船 なんしきひこうせん
ουσιαστικό
- 01 μη δύσκαμπτο αερόπλοιο, αερόστατο
軟質小麦 なんしつこむぎ
ουσιαστικό
- 01 μαλακό σιτάρι
軟磁器 なんじき
ουσιαστικό
- 01 μαλακή πορσελάνη (τύπου soft-paste)
軟質磁器 なんしつじき
ουσιαστικό
- 01 μαλακή πορσελάνη
軟石 なんせき
ουσιαστικό
- 01 μαλακό πέτρωμα
軟材 なんざい
ουσιαστικό
- 01 μαλακή ξυλεία
軟体動物学 なんたいどうぶつがく
ουσιαστικό
- 01 μαλακολογία
軟体 なんたい
ουσιαστικό
- 01 εύκαμπτο σώμα (ειδικά στη γυμναστική), ευκίνητη σωματική διάπλαση
軟骨炎 なんこつえん
ουσιαστικό
- 01 χονδρίτιδα
軟化剤 なんかざい
ουσιαστικό
- 01 μαλακτικό, μαλακτικός παράγοντας
軟体生物 なんたいせいぶつ
ουσιαστικό
- 01 μαλάκιο
軟骨無形成症 なんこつむけいせいしょう
ουσιαστικό
- 01 αχονδροπλασία
軟包装衛生協議会 なんほうそうえいせいきょうぎかい
ουσιαστικό
- 01 Συμβούλιο Υγιεινής Εύκαμπτων Συσκευασιών
軟
- 01 μαλακός