179 αποτελέσματα για «転»

転居先 てんきょさき

ουσιαστικό

  1. 01 νέα διεύθυνση κατοικίας
転んでもただでは起きない ころんでもただではおきない

άλλο, επίθετο

  1. 01 εκμεταλλεύομαι κάθε ευκαιρία προς όφελός μου, αξιοποιώ τα πάντα, αποκομίζω κέρδος από κάθε περίσταση
転ばぬ先の杖 ころばぬさきのつえ

άλλο

  1. 01 η πρόληψη είναι καλύτερη από τη θεραπεία, η πρόνοια αποτρέπει το κακό, κοίτα πριν πηδήξεις, προειδοποιημένος σημαίνει οπλισμένος, η έγκαιρη φροντίδα γλιτώνει κόπους, μπαστούνι πριν το σκοντάψιμο
転職活動 てんしょくかつどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναζήτηση εργασίας για αλλαγή επαγγέλματος, αναζήτηση νέας εργασίας
転籍 てんせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά μόνιμης κατοικίας (όπως καταγράφεται στο οικογενειακό μητρώο)
  2. 02 μεταφορά σχολικού μητρώου
転部 てんぶ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή τμήματος (συλλόγου, ομάδας κ.λπ.)
転移性 てんいせい

ουσιαστικό

  1. 01 μετατόπιση
転換炉 てんかんろ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιδραστήρας μετατροπής
転封 てんぽう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγκαστική μετακίνηση ενός ντάιμιο σε διαφορετικό φέουδο
うたた

επίρρημα

  1. 01 όλο και περισσότερο, ολοένα και περισσότερο, κατά πολύ περισσότερο
転地療養 てんちりょうよう

ουσιαστικό

  1. 01 επιδιώκω τη βελτίωση της υγείας μου με αλλαγή κλίματος
転記 てんき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταχώριση (σημειώσεων, ανακοινώσεων κ.λπ.), μεταγραφή
転勤族 てんきんぞく

ουσιαστικό

  1. 01 εργαζόμενος που μετατίθεται συχνά λόγω της δουλειάς του, οικογένεια που μετακομίζει συχνά λόγω της δουλειάς του κυρίως εισοδηματία
転舵 てんだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή πορείας (πλοίου), πηδαλιουχία
転入届 てんにゅうとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 δήλωση μετοίκησης
転売屋 てんばいや

ουσιαστικό

  1. 01 μεταπωλητής, μαυραγορίτης
転訛 てんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραφθορά, αλλοίωση
転業 てんぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλλαγή επαγγέλματος
転学 てんがく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταγραφή από ένα κολέγιο (ή ένα τμήμα) σε ένα άλλο
転売ヤー てんばいヤー

ουσιαστικό

  1. 01 μεταπωλητής, κερδοσκόπος