144 αποτελέσματα για «軽»
軽忽 きょうこつ
επίθετο
- 01 απερίσκεπτος, αλόγιστος
- 02 παράλογος, γελοίος
- 03 περιφρονητικός, υποτιμητικός
軽戦車 けいせんしゃ
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ τεθωρακισμένο όχημα μάχης, ελαφρύ άρμα μάχης
軽車両 けいしゃりょう
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ όχημα χωρίς κινητήρα (π.χ. κάρο, ποδήλατο)
軽金属 けいきんぞく
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ μέταλλο
軽便鉄道 けいべんてつどう
ουσιαστικό
- 01 σιδηρόδρομος στενού εύρους, ελαφρύς σιδηρόδρομος
軽犯罪法 けいはんざいほう
ουσιαστικό
- 01 νόμος περί ελαφρών αδικημάτων
軽飛行機 けいひこうき
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ αεροσκάφος
軽歩兵 けいほへい
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ πεζικό
軽信 けいしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ευπιστία
軽機 けいき
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ πολυβόλο
軽銀 けいぎん
ουσιαστικό
- 01 αλουμίνιο
軽工業 けいこうぎょう
ουσιαστικό
- 01 ελαφριά βιομηχανία
軽罪 けいざい
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ αδίκημα, πλημμέλημα
軽妙洒脱 けいみょうしゃだつ
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 πνευματώδης, έξυπνος και κομψός
軽風 けいふう
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ αεράκι
軽薄才子 けいはくさいし
ουσιαστικό
- 01 ρηχός, ευφραδής και δουλικός άνθρωπος
軽合金 けいごうきん
ουσιαστικό
- 01 ελαφρύ κράμα
軽減措置 けいげんそち
ουσιαστικό
- 01 μέτρο ελάφρυνσης, μέτρο μετριασμού
軽焼き かるやき
ουσιαστικό
- 01 βάφλα
軽車 けいしゃ
ουσιαστικό
- 01 γρήγορο και ελαφρύ αυτοκίνητο