78 αποτελέσματα για «輪»
輪形動物 りんけいどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 ρινκειντόουμπουτσου
輪郭線要素 りんかくせんようそ
ουσιαστικό
- 01 γραμμή περικοπής
輪針 わばり
ουσιαστικό
- 01 κυκλική βελόνα (πλέξιμο)
輪宝貝 りんぼうがい
ουσιαστικό
- 01 τριουμφάνς αστροστρόβιλος (είδος θαλάσσιου σαλιγκαριού, Guildfordia triumphans)
輪状種 りんじょうしゅ
ουσιαστικό
- 01 δακτυλιοειδές είδος
輪番停電 りんばんていでん
ουσιαστικό
- 01 εκ περιτροπής διακοπή ρεύματος
輪抜奴 わぬけやっこ
ουσιαστικό
- 01 δακτυλιωτό αγγελόψαρο (Pomacanthus annularis)
輪掛本青鸚哥 わかけほんせいいんこ
ουσιαστικό
- 01 ινδικός δακτυλιοειδής παπαγάλος (Ψιττάκουλα η κράμερη η μανιλλένσις), παπαγάλος με κολάρο
輪廻生死 りんねしょうじ
ουσιαστικό
- 01 ο κύκλος της μετενσάρκωσης
輪胴式弾倉 りんどうしきだんそう
ουσιαστικό
- 01 μύλος (περιστρόφου)
輪癬 りんせん
ουσιαστικό
- 01 δερματοφυτία, έρπης του δέρματος
輪講会 りんこうかい
ουσιαστικό
- 01 κύκλος ανάγνωσης, αναγνωστική ομάδα
輪換放牧 りんかんほうぼく
ουσιαστικό
- 01 περιστροφική βόσκηση
輪入道 わにゅうどう
ουσιαστικό
- 01 βανιούντο, πύρινος τροχός, συλλέκτης ψυχών, φλεγόμενος τροχός αμάξης που φέρει το βασανισμένο πρόσωπο ενός άνδρα
輪中 わじゅう
ουσιαστικό
- 01 κοινότητα που περιβάλλεται από αναχώματα αντιπλημμυρικής προστασίας
輪状軟骨 りんじょうなんこつ
ουσιαστικό
- 01 κρικοειδής χόνδρος, δακτυλιοειδής χόνδρος
輪状甲状靱帯 りんじょうこうじょうじんたい
ουσιαστικό
- 01 κρικοθυρεοειδής σύνδεσμος
輪
- 01 ρόδα, τροχός
- 02 δαχτυλίδι, κρίκος
- 03 κύκλος
- 04 κρίκος, σύνδεσμος
- 05 θηλιά, βρόχος
- 06 μετρητική λέξη για ρόδες και λουλούδια