74 αποτελέσματα για «透»
透渡殿 すきわたどの
ουσιαστικό
- 01 σκεπαστός διάδρομος (χωρίς τοίχους) που συνδέει την κύρια κατοικία με τα βοηθητικά κτίσματα (στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική ανακτόρων)
透角閃石 とうかくせんせき
ουσιαστικό
- 01 τρεμολίτης
透輝石 とうきせき
ουσιαστικό
- 01 διοψίδιο, μαλακόλιθος
透閃石 とうせんせき
ουσιαστικό
- 01 τρεμολίτης
透漆 すきうるし
ουσιαστικό
- 01 διαφανής λάκα (σουκιουρούσι)
透翅蛾 すかしばが
ουσιαστικό
- 01 διαφανόπτερο (οποιοδήποτε έντομο της οικογένειας Sesiidae), διαφανόπτερος σκόρος
透き写し すきうつし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντιγραφή με διαφάνεια, ιχνογράφηση
透析器 とうせきき
ουσιαστικό
- 01 αιμοκαθαρτήρας
透けて見える すけてみえる
άλλο, ρήμα
- 01 διαφαίνομαι (π.χ. αντικείμενο ή σχέδιο), φαίνομαι καθαρά, διαφαίνομαι, διακρίνομαι από πίσω, είμαι διαφανής
透菓子麺麭 スカシカシパン
ουσιαστικό
- 01 ακανθόμορφη εχινόδερμη (αστρικλυπέας ο μάννιος)
透湿性 とうしつせい
ουσιαστικό
- 01 διαπερατότητα υγρασίας (π.χ. υφάσματος)
透かし百合 スカシユリ
ουσιαστικό
- 01 σκασιούρι (είδος κρίνου)
透熱療法 とうねつりょうほう
ουσιαστικό
- 01 διαθερμία, διαθερμική θεραπεία
透
- 01 διαφανής
- 02 διαποτίζω, διαπερνώ
- 03 φιλτράρω, διηθώ
- 04 διεισδύω, διαπερνώ