377 αποτελέσματα για «通»

通説 つうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 επικρατούσα άποψη, κοινή γνώμη, ευρέως αποδεκτή θεωρία
通り雨 とおりあめ

ουσιαστικό

  1. 01 περαστική βροχή, ξαφνική μπόρα
通用門 つうようもん

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύουσα είσοδος, πλαϊνή πόρτα, είσοδος προσωπικού
通信回線 つうしんかいせん

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή επικοινωνίας
通信網 つうしんもう

ουσιαστικό

  1. 01 δίκτυο επικοινωνιών
通気口 つうきこう

ουσιαστικό

  1. 01 αεραγωγός
通知表 つうちひょう

ουσιαστικό

  1. 01 έλεγχος προόδου
通俗 つうぞく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 δημοφιλής, κοινός
通行料 つうこうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 διόδια
通気性 つうきせい

ουσιαστικό

  1. 01 αεροδιαπερατότητα, διαπνοή
通電 つうでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ροή ηλεκτρικού ρεύματος, παροχή ισχύος, άνοιγμα ηλεκτρικού ρεύματος, εφαρμογή ηλεκτρικού ρεύματος, διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος (μέσω)
通路側 つうろがわ

ουσιαστικό

  1. 01 πλευρά του διαδρόμου, κάθισμα στον διάδρομο
通り一遍 とおりいっぺん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τυπικός, επιδερμικός, διεκπεραιωτικός, επιφανειακός, συμβατικός (για χαιρετισμούς, κομπλιμέντα κ.λπ.), περιστασιακός (για γνωριμίες, παρατηρήσεις κ.λπ.), ανειλικρινής
  2. 02 περαστικός (για πελάτες κ.λπ.), παροδικός, τυχαίος
通い合う かよいあう

ρήμα

  1. 01 επικοινωνώ μεταξύ μας, καταλαβαίνω ο ένας τον άλλον, γίνομαι αμοιβαία κατανοητός, συνδέομαι
通信装置 つうしんそうち

ουσιαστικό

  1. 01 εξοπλισμός επικοινωνιών, τερματικό, συσκευή επικοινωνίας
通いつめる かよいつめる

ρήμα

  1. 01 πηγαίνω κάπου συχνά, επισκέπτομαι τακτικά
通信社 つうしんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτορείο ειδήσεων
通念 つうねん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινή αντίληψη, γενικώς αποδεκτή ιδέα, κοινώς παραδεκτή άποψη
通信士 つうしんし

ουσιαστικό

  1. 01 ασυρματιστής, τηλεγραφητής, χειριστής τηλεγράφου, αξιωματικός ασυρμάτου
通信販売 つうしんはんばい

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία ηλεκτρονικών αγορών (με παράδοση μέσω ταχυδρομείου), ταχυδρομική παραγγελία, πωλήσεις με ταχυδρομική παραγγελία, υπηρεσία αγορών μέσω ταχυδρομείου