149 αποτελέσματα για «遊»

遊君 ゆうくん

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη
遊興費 ゆうきょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα ψυχαγωγίας
遊戯施設 ゆうぎしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάσταση παιχνιδιού, ατραξιόν λούνα παρκ, παιδική χαρά, ψυχαγωγική εγκατάσταση
遊び時間 あそびじかん

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα παιχνιδιού, διάλειμμα
遊蕩児 ゆうとうじ

ουσιαστικό

  1. 01 ακόλαστος άνθρωπος
遊ぶ金欲しさ あそぶかねほしさ

ουσιαστικό

  1. 01 επιθυμία για χρήματα με σκοπό τη διασκέδαση (ιδιαίτερα ως κίνητρο για εγκληματική ενέργεια)
遊侠 ゆうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποτικός άνθρωπος, προστάτης των αδυνάτων
遊子 ゆうし

ουσιαστικό

  1. 01 περιπλανώμενος, ταξιδιώτης
遊び事 あそびごと

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι, ψυχαγωγία, αναψυχή, διασκέδαση
遊人 ゆうじん

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος χωρίς μόνιμη απασχόληση, άνθρωπος της σχόλης, πλέι μπόι
遊興施設 ゆうきょうしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος ψυχαγωγίας, κέντρο διασκέδασης
遊び戯れる あそびたわむれる

ρήμα

  1. 01 παιχνιδίζω, σκανταλίζω, τρέχω και παίζω ανέμελα
遊猟 ゆうりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυνήγι
遊客 ゆうかく

ουσιαστικό

  1. 01 περιηγητής, γλεντζές, αργόσχολος, τεμπέλης, θαμώνας οίκων ανοχής
遊行 ゆうこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τριγυρνάω ασκοπα, περιπλανιέμαι, περιοδεία
  2. 02 περιφέρομαι, περπατάω χωρίς σκοπό
遊覧客 ゆうらんきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 περιηγητής, τουρίστας
遊冶郎 ゆうやろう

ουσιαστικό

  1. 01 ασώματος, γλεντζές
遊星歯車 ゆうせいはぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 πλανητικό γρανάζι, πλανητικός τροχός
遊動円木 ゆうどうえんぼく

ουσιαστικό

  1. 01 αιωρούμενος κορμός, οριζόντια δοκός
遊走 ゆうそう

ουσιαστικό

  1. 01 μετανάστευση (κυττάρων)