224 αποτελέσματα για «過»

過去最悪 かこさいあく

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό χαμηλό, το χειρότερο όλων των εποχών
過去の遺産 かこのいさん

άλλο

  1. 01 κληρονομιά του παρελθόντος
過去最低 かこさいてい

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό χαμηλό, το χαμηλότερο επίπεδο όλων των εποχών
過払い かばらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερπληρωμή, καταβολή μεγαλύτερου ποσού από το οφειλόμενο
過去帳 かこちょう

ουσιαστικό

  1. 01 οικογενειακό μητρώο θανάτων
過激思想 かげきしそう

ουσιαστικό

  1. 01 εξτρεμισμός, ριζοσπαστική πεποίθηση
過酸化水素 かさんかすいそ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεροξείδιο του υδρογόνου, οξυζενέ
過敏症 かびんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερευαισθησία, υπερβολική ευαισθησία, ερεθιστικότητα
過去世 かこぜ

ουσιαστικό

  1. 01 προηγούμενη ζωή
過少申告 かしょうしんこく

ουσιαστικό

  1. 01 υποδήλωση (για παράδειγμα εισοδήματος σε φορολογική δήλωση)
過渡 かと

ουσιαστικό

  1. 01 διάβαση, πέρασμα
  2. 02 μεταβατικός
  3. 03 μετάβαση από το παλιό στο καινούργιο
過客 かかく

ουσιαστικό

  1. 01 περαστικός, οδοιπόρος
過渡的 かとてき

επίθετο

  1. 01 μεταβατικός
過食症 かしょくしょう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερφαγία, βουλιμία
過剰生産 かじょうせいさん

ουσιαστικό

  1. 01 υπερπαραγωγή
過越 すぎこし

ουσιαστικό

  1. 01 Πάσχα (εβραϊκό)
  2. 02 Πάσχα (χριστιανικό)
過剰人口 かじょうじんこう

ουσιαστικό

  1. 01 πλεονάζων πληθυσμός
過冷却 かれいきゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπερβολική ψύξη, υπερψύξη
過激主義 かげきしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 εξτρεμισμός, ριζοσπαστισμός
過当競争 かとうきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 υπερβολικός ανταγωνισμός