209 αποτελέσματα για «道»

道具立て どうぐだて

ουσιαστικό

  1. 01 προετοιμασία εργαλείων
道路上 どうろじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πάνω στον δρόμο
道の駅 みちのえき

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός ανάπαυσης κατά μήκος του οδικού δικτύου (κυβερνητικά εγκεκριμένος χώρος ξεκούρασης που βρίσκεται κατά μήκος οδών και αυτοκινητοδρόμων)
道祖神 どうそじん

ουσιαστικό

  1. 01 προστάτης θεότητα των ταξιδιωτών
道徳観念 どうとくかんねん

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική αντίληψη, αίσθηση του ηθικού
道筋をつける みちすじをつける

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανοίγω τον δρόμο, προετοιμάζω το έδαφος, θέτω τις βάσεις για κάτι
道徳上 どうとくじょう

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 ηθικά, από ηθική σκοπιά
  2. 02 ηθικός (ζήτημα, ευθύνη, κλπ.)
道化者 どうけもの

ουσιαστικό

  1. 01 γελωτοποιός, κλόουν
道を失う みちをうしなう

άλλο, ρήμα

  1. 01 χάνω τον δρόμο μου, βρίσκομαι σε αδιέξοδο
道路交通法 どうろこうつうほう

ουσιαστικό

  1. 01 Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας
道ならぬ恋 みちならぬこい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αθέμιτος ερωτικός δεσμός, απαγορευμένος έρωτας
道心 どうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ηθική συναίσθηση
道徳律 どうとくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ηθικός νόμος
道ならぬ みちならぬ

άλλο

  1. 01 ανήθικος, παράνομος
道傍 どうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη του δρόμου, οδός (πλευρά του δρόμου)
道路整備 どうろせいび

ουσιαστικό

  1. 01 συντήρηση οδικού δικτύου, βελτίωση οδικού δικτύου
道化芝居 どうけしばい

ουσιαστικό

  1. 01 φάρσα, κωμωδία της συμφοράς
道徳家 どうとくか

ουσιαστικό

  1. 01 ενάρετος άνθρωπος
道家 どうか

ουσιαστικό

  1. 01 ταοϊστής
道楽息子 どうらくむすこ

ουσιαστικό

  1. 01 άσωτος γιος, σπάταλος γιος, γιος με χαλαρά ήθη