96 αποτελέσματα για «適»
適時打 てきじだ
ουσιαστικό
- 01 τεκίτζιντα, χτύπημα που κερδίζει πόντο, χτύπημα που φέρνει πόντο (RBI hit)
適法行為 てきほうこうい
ουσιαστικό
- 01 νόμιμη πράξη
適潤 てきじゅん
ουσιαστικό
- 01 κατάλληλα υγρός (για παράδειγμα για φυτά)
適した てきした
άλλο
- 01 επαρκής (για), κατάλληλος (για), αρμόζων (για), πρέπων
適応機制 てきおうきせい
ουσιαστικό
- 01 μηχανισμός προσαρμογής
適語 てきご
ουσιαστικό
- 01 κατάλληλη λέξη, εύστοχη λέξη ή έκφραση, η ακριβής λέξη (mot juste)
適応デルタ変調 てきおうデルタへんちょう
ουσιαστικό
- 01 προσαρμοστική διαφορική διαμόρφωση
適応制御系 てきおうせいぎょけい
ουσιαστικό
- 01 προσαρμοστικό σύστημα ελέγχου
適応変換符号化 てきおうへんかんふごうか
ουσιαστικό
- 01 προσαρμοστική κωδικοποίηση μετασχηματισμού (Adaptive Transform Coding, ATC)
適格である てきかくである
ουσιαστικό
- 01 κατάλληλος, εκλέξιμος
適合SGML応用 てきごうエスジーエムエルおうよう
ουσιαστικό
- 01 συμμορφούμενη εφαρμογή SGML
適合SGML文書 てきごうエスジーエムエルぶんしょ
ουσιαστικό
- 01 συμμορφούμενο έγγραφο SGML
適合する実装 てきごうするじっそう
ουσιαστικό
- 01 συμμορφούμενη υλοποίηση
適合検査試験 てきごうけんさしけん
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος συμμόρφωσης
適合性ログ てきごうせいログ
ουσιαστικό
- 01 αρχείο καταγραφής συμμόρφωσης
適合性解決試験 てきごうせいかいけつしけん
ουσιαστικό
- 01 δοκιμές επίλυσης συμμόρφωσης
適合性試験 てきごうせいしけん
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος συμμόρφωσης
適合性評価過程 てきごうせいひょうかかてい
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία αξιολόγησης συμμόρφωσης
適合性文書 てきごうせいぶんしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφο συμμόρφωσης
適正表示状態 てきせいひょうじじょうたい
ουσιαστικό
- 01 οπτικά σωστός