186 αποτελέσματα για «遺»
遺留分 いりゅうぶん
ουσιαστικό
- 01 νόμιμη μοίρα κληρονόμου
遺憾千万 いかんせんばん
επίθετο
- 01 εξαιρετικά λυπηρός, βαθιά ατυχής, ιδιαιτέρως απογοητευτικός, εντελώς καταδικαστέος
遺伝子型 いでんしがた
ουσιαστικό
- 01 γονότυπος
遺著 いちょ
ουσιαστικό
- 01 μεταθανάτιο έργο
遺恨試合 いこんしあい
ουσιαστικό
- 01 αγώνας εκδίκησης
遺文 いぶん
ουσιαστικό
- 01 λογοτεχνικά κατάλοιπα
遺産相続人 いさんそうぞくにん
ουσιαστικό
- 01 κληρονόμος
遺伝因子 いでんいんし
ουσιαστικό
- 01 γονίδιο, γενετικός παράγοντας, γενετικό στοιχείο
遺墨 いぼく
ουσιαστικό
- 01 αυτόγραφα (έργα καλλιγραφίας) κεκοιμημένου προσώπου
遺言者 ゆいごんしゃ
ουσιαστικό
- 01 διαθέτης
遺伝子組み換え食品 いでんしくみかえしょくひん
ουσιαστικό
- 01 γενετικά τροποποιημένο τρόφιμο, τρόφιμο ΓΤ
遺産管理 いさんかんり
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση κληρονομιάς
遺産分割 いさんぶんかつ
ουσιαστικό
- 01 διανομή κληρονομίας
遺伝学者 いでんがくしゃ
ουσιαστικό
- 01 γενετιστής
遺存種 いそんしゅ
ουσιαστικό
- 01 υπολειμματικό είδος
遺伝性疾患 いでんせいしっかん
ουσιαστικό
- 01 κληρονομική ασθένεια, κληρονομική διαταραχή
遺残 いざん
ουσιαστικό
- 01 παραμονή, κατάλοιπο
遺体袋 いたいぶくろ
ουσιαστικό
- 01 σάκος μεταφοράς νεκρού
遺伝子疾患 いでんししっかん
ουσιαστικό
- 01 γενετική ασθένεια
遺家族 いかぞく
ουσιαστικό
- 01 πενθούσα οικογένεια