218 αποτελέσματα για «関»
関係書類 かんけいしょるい
ουσιαστικό
- 01 σχετικά έγγραφα, όλα τα έγγραφα που σχετίζονται (με το θέμα)
関係づける かんけいづける
ρήμα
- 01 συσχετίζω με, συνδέω με
関係各位 かんけいかくい
άλλο
- 01 προς κάθε ενδιαφερόμενο
関西地方 かんさいちほう
ουσιαστικό
- 01 περιοχή Κανσάι (η κεντροδυτική περιοχή της Ιαπωνίας που περιλαμβάνει την Οσάκα, το Κόμπε, το Κιότο και τους γύρω νομούς)
関門海峡 かんもんかいきょう
ουσιαστικό
- 01 στενά Κάνμον (ανάμεσα στο Χονσού και το Κιούσου)
関節炎 かんせつえん
ουσιαστικό
- 01 αρθρίτιδα
関係代名詞 かんけいだいめいし
ουσιαστικό
- 01 αναφορική αντωνυμία
関連グッズ かんれんグッズ
ουσιαστικό
- 01 παράγωγα εμπορικά προϊόντα, σχετικά εμπορικά είδη
関係者各位 かんけいしゃかくい
άλλο
- 01 προς κάθε ενδιαφερόμενο, προς τα εμπλεκόμενα μέρη, προς όλα τα σχετικά πρόσωπα
関連技術 かんれんぎじゅつ
ουσιαστικό
- 01 σχετική τεχνολογία
関連記事 かんれんきじ
ουσιαστικό
- 01 σχετικό άρθρο, σχετική είδηση
関係筋 かんけいすじ
ουσιαστικό
- 01 σχετική πηγή, έγκυρη πηγή, ενδιαφερόμενα μέρη
関西学院大学 かんせいがくいんだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Κανσέι Γκακουίν
関東八州 かんとうはっしゅう
ουσιαστικό
- 01 οι οκτώ επαρχίες του Καντό κατά την περίοδο Έντο (Σαγκάμι, Μουσάσι, Άουα, Καζούσα, Σιμόουσα, Χιτάτσι, Κότζουκε και Σιμότσουκε)
関所破り せきしょやぶり
ουσιαστικό
- 01 παραβίαση οδοφράγματος (κατά την περίοδο Έντο), λαθραία διέλευση από φραγμό
関税率 かんぜいりつ
ουσιαστικό
- 01 τελωνειακός συντελεστής
関連機器 かんれんきき
ουσιαστικό
- 01 σχετικός εξοπλισμός, σχετική συσκευή
関心を呼ぶ かんしんをよぶ
άλλο, ρήμα
- 01 προσελκύω το ενδιαφέρον, κεντρίζω την προσοχή, γίνομαι το αντικείμενο συζήτησης, προκαλώ το ενδιαφέρον
関心を高める かんしんをたかめる
άλλο, ρήμα
- 01 διεγείρω το ενδιαφέρον για, αυξάνω την ευαισθητοποίηση για
関係団体 かんけいだんたい
ουσιαστικό
- 01 συνδεδεμένη εταιρεία, συνεργαζόμενος οργανισμός
- 02 εμπλεκόμενοι φορείς, ενδιαφερόμενοι οργανισμοί