100 αποτελέσματα για «降»

降霜 こうそう

ουσιαστικό

  1. 01 σχηματισμός πάχνης, πάχνη
降りみ降らずみ ふりみふらずみ

άλλο

  1. 01 βρέχει κατά διαστήματα
降りかかる火の粉は払わねばならぬ ふりかかるひのこははらわねばならぬ

άλλο

  1. 01 οφείλεις να προστατεύεις τον εαυτό σου από κάθε πιθανό κίνδυνο, πρέπει να απομακρύνεις τις σπίθες που πέφτουν πάνω σου
降誕会 ごうたんえ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή εορτασμού της γέννησης του Βούδα (που πραγματοποιείται στις 8 Απριλίου), γιορτή γενεθλίων του Βούδα
降りしく ふりしく

ρήμα

  1. 01 καλύπτομαι από κάτι που πέφτει διάσπαρτα, στρώνομαι
降着円盤 こうちゃくえんばん

ουσιαστικό

  1. 01 δίσκος προσαύξησης
降り龍 くだりりゅう

ουσιαστικό

  1. 01 κατερχόμενος δράκος
降格圏 こうかくけん

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη υποβιβασμού
降海型 こうかいがた

ουσιαστικό

  1. 01 κοκκαίγκατα, αναδρομική ποικιλία (ψαριών)
降任 こうにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβιβασμός
降園 こうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση από το νηπιαγωγείο
降圧薬 こうあつやく

ουσιαστικό

  1. 01 αντιυπερτασικό, υπότασσο φάρμακο, φάρμακο για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης
降ひょう こうひょう

ουσιαστικό

  1. 01 χαλαζόπτωση, χαλάζι
降圧変圧器 こうあつへんあつき

ουσιαστικό

  1. 01 υποβιβαστικός μετασχηματιστής
降給 こうきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση μισθού
降職 こうしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβιβασμός
降雨林 こううりん

ουσιαστικό

  1. 01 τροπικό δάσος
降鑒 こうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 οι θεοί που επιβλέπουν τους ανθρώπους από τους ουρανούς
降河魚 こうかぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 καταδρομο ψάρι (ψάρι που μεταναστεύει από το γλυκό στο αλμυρό νερό για αναπαραγωγή, π.χ. χέλι)
降流魚 こうりゅうぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 καταδρομο ψάρι (ψάρι που μεταναστεύει προς τα κατάντη, π.χ. χέλι)