120 αποτελέσματα για «隠»

隠し包丁 かくしぼうちょう

ουσιαστικό

  1. 01 χάραγμα (στη μαγειρική)
隠忍自重 いんにんじちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπομονή και σύνεση, συγκράτηση (αντοχή σε κάτι)
隠れ鬼 かくれおに

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφτό και κυνηγητό, παιδικό παιχνίδι στο οποίο οι συμμετέχοντες πρώτα κρύβονται και μετά τρέχουν για να ξεφύγουν από αυτόν που τα φυλάει
隠元 いんげん

ουσιαστικό

  1. 01 φασόλι, πράσινο φασολάκι
隠花植物 いんかしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυπτόγαμο, κρυπτόγαμα φυτά, κρυπτόγαμο φυτό
隠し所 かくしどころ

ουσιαστικό

  1. 01 κρυψώνα, μέρος για απόκρυψη αντικειμένων
  2. 02 γεννητικά όργανα, γεννητικά μόρια
隠避 いんぴ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόθαλψη εγκληματία για την αποφυγή της σύλληψης
隠しコマンド かくしコマンド

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφή εντολή, κωδικός εξαπάτησης
隠し田 かくしだ

ουσιαστικό

  1. 01 αδήλωτο ορυζοχώραφο
隠し引き出し かくしひきだし

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφό συρτάρι, μυστικό συρτάρι
隠匿物資 いんとくぶっし

ουσιαστικό

  1. 01 αποκρυμμένα υλικά
隠り世 かくりよ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταθανάτια ζωή, βασίλειο των νεκρών
隠居仕事 いんきょしごと

ουσιαστικό

  1. 01 απασχόληση μετά τη συνταξιοδότηση, εργασία που εκτελείται από συνταξιούχο όπου η απόκτηση εισοδήματος δεν αποτελεί πρωταρχικό μέλημα
隠遁術 いんとんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ιντοντζούτσου, τέχνη διαφυγής των νίντζα
隠れ道 かくれみち

ουσιαστικό

  1. 01 κρυφό μονοπάτι
隠伏 いんぷく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόκρυψη
隠れ肥満 かくれひまん

ουσιαστικό

  1. 01 παχυσαρκία φυσιολογικού βάρους, κρυφή παχυσαρκία, κατάσταση κατά την οποία κάποιος είναι αδύνατος ενώ διατηρεί ανθυγιεινά υψηλό ποσοστό σωματικού λίπους
隠し言葉 かくしことば

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική γλώσσα, αργκό
隠れ伏す かくれふす

ρήμα

  1. 01 κρύβομαι παραμονεύοντας
隠退生活 いんたいせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 απομονωμένη ζωή