116 αποτελέσματα για «雑»
雑紙 ざつがみ
ουσιαστικό
- 01 διάφορα ανακυκλώσιμα χαρτικά, ανακυκλώσιμο χαρτί εκτός από παλιές εφημερίδες και χαρτόκουτα
雑草魂 ざっそうだましい
ουσιαστικό
- 01 η επιμονή των αγριόχορτων, η ανθεκτικότητα των αγριόχορτων
- 02 ακατάβλητο πνεύμα
雑録 ざつろく
ουσιαστικό
- 01 διάφορες σημειώσεις, ανάλεκτα
雑食動物 ざっしょくどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 παμφάγο ζώο
雑歌 ぞうか
ουσιαστικό
- 01 διάφορα ποιήματα
雑俳 ざっぱい
ουσιαστικό
- 01 παιγνιώδης λογοτεχνία που προέρχεται από το χαϊκού
雑食系 ざっしょくけい
ουσιαστικό
- 01 άντρας που δεν είναι ούτε υπερβολικά επιθετικός ούτε υπερβολικά παθητικός στην επιδίωξη του σεξ και του πλούτου, παμφάγος
雑婚 ざっこん
ουσιαστικό
- 01 ελευθεριότητα, ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις, ομαδικός γάμος, πολυγαμία
- 02 μικτός γάμος, διαφυλετικός γάμος, επιμιξία
雑役婦 ざつえきふ
ουσιαστικό
- 01 καθαρίστρια
雑芸 ざつげい
ουσιαστικό
- 01 ποικίλες μορφές τέχνης (π.χ. ακροβατικά, μαγεία, κουκλοθέατρο, παραστάσεις ακροβατικών σαρούγκακου)
- 02 διάφορα δημοφιλή τραγούδια από το τέλος της περιόδου Χεϊάν έως την περίοδο Καμακούρα
雑節 ざっせつ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικοί εποχιακοί δείκτες που σηματοδοτούν τις αλλαγές των εποχών (π.χ. η έναρξη της περιόδου των βροχών, ημέρες τυφώνων, εναλλαγή των εποχών) και χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά με τους 24 κινεζικούς ηλιακούς όρους
雑損 ざっそん
ουσιαστικό
- 01 διάφορες ζημίες
雑徭 ぞうよう
ουσιαστικό
- 01 υποχρεωτική εργασία που επιβαλλόταν στους απλούς πολίτες (περίοδος Ριτσουριό)
雑収入 ざつしゅうにゅう
ουσιαστικό
- 01 λοιπά έσοδα
雑酒 ざっしゅ
ουσιαστικό
- 01 διάφορα οινοπνευματώδη ποτά (κατηγορία φορολογίας αλκοόλ), αλκοόλ εκτός από σάκε, σότσου, μίριν, μπίρα κ.λπ.
雑種強勢 ざっしゅきょうせい
ουσιαστικό
- 01 ετερόζωση, υβριδική ισχύς
雑文家 ざつぶんか
ουσιαστικό
- 01 συγγραφέας ποικίλης ύλης, αρθρογράφος διάφορων θεμάτων
雑語 ぞうご
ουσιαστικό
- 01 χυδαία γλώσσα, υβριστική γλώσσα
雑税 ざつぜい
ουσιαστικό
- 01 διάφοροι φόροι
雑曲 ざっきょく
ουσιαστικό
- 01 δημοφιλές τραγούδι