103 αποτελέσματα για «難»

難民認定 なんみんにんてい

ουσιαστικό

  1. 01 προσδιορισμός καθεστώτος πρόσφυγα, αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας, πιστοποίηση προσφυγικού καθεστώτος
難消化性 なんしょうかせい

ουσιαστικό

  1. 01 δυσπέπτικος, ανθεκτικός στην πέψη, δύσπεπτος
難症 なんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ανίατη ασθένεια
難球 なんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μπάλα που είναι δύσκολο να χτυπηθεί ή να πιαστεί
難中の難 なんちゅうのなん

άλλο

  1. 01 το δυσκολότερο όλων
難読語 なんどくご

ουσιαστικό

  1. 01 λέξη με δυσανάγνωστα κάντζι
難聴者 なんちょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κωφός, άτομο με προβλήματα ακοής
難関突破 なんかんとっぱ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπέρβαση δυσκολίας, διάσπαση εμποδίου, ξεπέρασμα σκοπέλου
難化 なんけ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που είναι δύσκολο να διδαχθεί
難読化 なんどくか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικατοπτρισμός (πηγαίου κώδικα), δυσνόητη κωδικοποίηση (πηγαίου κώδικα)
難問山積 なんもんさんせき

ουσιαστικό

  1. 01 σωρός από δύσκολα προβλήματα
難民危機 なんみんきき

ουσιαστικό

  1. 01 προσφυγική κρίση
難文 なんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 δυσνόητη πρόταση, κείμενο με δυσκολία
難件 なんけん

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολη υπόθεση ή περίπτωση
難化 なんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθίσταμαι δυσκολότερος (π.χ. εξέταση), αύξηση δυσκολίας
難民流出 なんみんりゅうしゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 προσφυγική ροή, φυγή προσφύγων
難句 なんく

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολη φράση
難民帰還 なんみんきかん

ουσιαστικό

  1. 01 επιστροφή προσφύγων
難民申請者 なんみんしんせいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αιτούντες άσυλο
難訓 なんくん

ουσιαστικό

  1. 01 δύσκολη ανάγνωση ενός κάντζι