118 αποτελέσματα για «雨»
雨下 うか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βροχή, καταρρακτώδης βροχή
雨四光 あめしこう
ουσιαστικό
- 01 ο συνδυασμός στο χαρτοπαίγνιο χανάφουντα που αποτελείται από το φύλλο του Όνο νο Μιτσικάζε και τρία ακόμη φύλλα των 20 πόντων
雨が降ろうが槍が降ろうが あめがふろうがやりがふろうが
άλλο
- 01 ό,τι κι αν γίνει, με κάθε θυσία, ακόμα κι αν βρέξει καταρρακτωδώς ή αν πέφτουν λόγχες από τον ουρανό
雨落ち あまおち
ουσιαστικό
- 01 σημείο όπου πέφτουν οι σταγόνες της βροχής από τα γείσα
雨靄 あまもや
ουσιαστικό
- 01 βροχομίχλη, ομίχλη που προκαλείται από τη βροχή
雨だれ式 あまだれしき
ουσιαστικό
- 01 μέθοδος πληκτρολόγησης με δύο δάκτυλα (χρήση των δεικτών για το πάτημα των πλήκτρων)
雨天延期 うてんえんき
άλλο
- 01 αναβολή λόγω βροχής
雨が降ろうと槍が降ろうと あめがふろうとやりがふろうと
άλλο
- 01 πάση θυσία, ό,τι κι αν συμβεί, ακόμα κι αν βρέχει καταρρακτωδώς
雨間 あまあい
ουσιαστικό
- 01 διάλειμμα της βροχής
雨マーク あめマーク
ουσιαστικό
- 01 σύμβολο βροχής (π.χ. σε πρόγνωση καιρού)
雨がち あめがち
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 βροχερός
雨雲レーダー あまぐもレーダー
ουσιαστικό
- 01 ραντάρ βροχόπτωσης (που απεικονίζει τη θέση των νεφών βροχής), ραντάρ βροχής
雨笠 あまがさ
ουσιαστικό
- 01 ομπρέλα βροχής
雨燕 あまつばめ
ουσιαστικό
- 01 σταχτάρα (οποιοδήποτε πτηνό της οικογένειας των Αποδιδών)
- 02 ανατολική σταχτάρα (Apus pacificus)
雨交じり あめまじり
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αυτός που αναμιγνύεται με βροχή (χιόνι, άνεμος κ.λπ.)
雨夜の星 あまよのほし
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αστέρι που φαίνεται σε μια νυχτερινή βροχή, σπάνιο φαινόμενο, σπάνιο θέαμα
雨着 あまぎ
ουσιαστικό
- 01 αδιάβροχο
雨天続き うてんつづき
ουσιαστικό
- 01 παρατεταμένη περίοδος βροχοπτώσεων
雨支度 あまじたく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προετοιμασία για τη βροχή
雨垂れ石を穿つ あまだれいしをうがつ
άλλο, ρήμα
- 01 η επιμονή και η υπομονή φέρνουν τη νίκη, η συνεχής προσπάθεια οδηγεί στην επιτυχία, η στάλα η συνεχόμενη τρυπάει το μάρμαρο