282 αποτελέσματα για «青»

青姦 あおかん

ουσιαστικό

  1. 01 κοίμηση στην ύπαιθρο
  2. 02 ερωτική συνεύρεση σε εξωτερικό χώρο
青果 せいか

ουσιαστικό

  1. 01 φρούτα και λαχανικά, αγροτικά προϊόντα
青銅色 せいどうしょく

επίθετο

  1. 01 χάλκινος, μπρούντζινος
青魚 あおざかな

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι με μπλε ράχη (οποιοδήποτε ψάρι με γαλαζωπή ράχη, όπως η ιαπωνική σαρδέλα)
青魚 あおうお

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρος κυπρίνος (Mylopharyngodon piceus)
青年実業家 せいねんじつぎょうか

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρός επιχειρηματίας
青雲 せいうん

ουσιαστικό

  1. 01 γαλάζιος ουρανός
  2. 02 πολυμάθεια, αποστασιοποίηση από τον κόσμο, υψηλό αξίωμα
青砥 あおと

ουσιαστικό

  1. 01 μεσόκοκκη πέτρα ακονίσματος
青田買い あおたがい

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκοπική αγορά σοδειάς ρυζιού όσο τα χωράφια είναι ακόμα πράσινα
  2. 02 πρόσληψη φοιτητών πανεπιστημίου πριν από την προκαθορισμένη ημερομηνία
青大将 あおだいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνικό φίδι των αρουραίων (Elaphe climacophora)
青組 あおぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 μπλε ομάδα
青春小説 せいしゅんしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μυθιστόρημα νεότητας
青光り あおびかり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γαλαζωπή λάμψη, ατσάλινη γαλαζωπή λάμψη
青豆 あおまめ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη πράσινη σόγια
  2. 02 αρακάς
青春映画 せいしゅんえいが

ουσιαστικό

  1. 01 ταινία νεολαίας, εφηβική ταινία
青年会 せいねんかい

ουσιαστικό

  1. 01 σύλλογος νέων
青系統 あおけいとう

ουσιαστικό

  1. 01 αποχρώσεις του μπλε, γαλάζια χρώματα
青史 せいし

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή ιστορία
青磁色 せいじいろ

ουσιαστικό

  1. 01 πρασινωπό γαλάζιο της σελαντόν πορσελάνης, ανοιχτό θαλασσί χρώμα
青貝 あおがい

ουσιαστικό

  1. 01 πεταλίδα