120 αποτελέσματα για «静»
静菌 せいきん
ουσιαστικό
- 01 βακτηριοστασία, βακτηριοστατικός
静圧 せいあつ
ουσιαστικό
- 01 στατική πίεση
静音化 せいおんか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόσβεση, απόσβεση ήχου, μείωση θορύβου
静脈血栓症 じょうみゃくけっせんしょう
ουσιαστικό
- 01 φλεβική θρόμβωση
静電気防止 せいでんきぼうし
ουσιαστικό
- 01 αντιστατικός (ηλεκτρισμός), προστασία από τον στατικό ηλεκτρισμό
静脈圧 じょうみゃくあつ
ουσιαστικό
- 01 φλεβική πίεση
静止画放送 せいしがほうそう
ουσιαστικό
- 01 μετάδοση ακίνητων εικόνων
静態総計 せいたいそうけい
ουσιαστικό
- 01 στατική στατιστική
静圧比 せいあつひ
ουσιαστικό
- 01 λόγος στατικής πίεσης
静止土圧係数 せいしどあつけいすう
ουσιαστικό
- 01 συντελεστής ώθησης γαιών ηρεμίας
静荷重 せいかじゅう
ουσιαστικό
- 01 στατικό φορτίο, μόνιμο φορτίο
静止質量 せいししつりょう
ουσιαστικό
- 01 αδρανειακή μάζα
静止エネルギー せいしエネルギー
ουσιαστικό
- 01 ενέργεια ηρεμίας
静的解析 せいてきかいせき
ουσιαστικό
- 01 στατική ανάλυση κώδικα
静的記憶装置 せいてききおくそうち
ουσιαστικό
- 01 στατική μνήμη
静的適合性 せいてきてきごうせい
ουσιαστικό
- 01 στατική συμμόρφωση
静的適合性審査 せいてきてきごうせいしんさ
ουσιαστικό
- 01 στατικός έλεγχος συμμόρφωσης
静的適合性要件 せいてきてきごうせいようけん
ουσιαστικό
- 01 απαιτήσεις στατικής συμμόρφωσης
静電プリンタ せいでんプリンタ
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτροστατικός εκτυπωτής
静電プロッタ せいでんプロッタ
ουσιαστικό
- 01 ηλεκτροστατικός σχεδιογράφος