403 αποτελέσματα για «非»

非核化 ひかくか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποπυρηνικοποίηση
非常に ひじょうに N4

επίρρημα

  1. 01 πολύ, εξαιρετικά, υπερβολικά
非人 ひにん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική ομάδα που περιλάμβανε τη χαμηλότερη βαθμίδα του συστήματος κοινωνικών τάξεων στην Ιαπωνία κατά την περίοδο Έντο (συμπεριλαμβανομένων πρώην καταδίκων και αλητών)
  2. 02 μη ανθρώπινος
非行に走る ひこうにはしる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παρεκτρέπομαι, οδηγούμαι στην παραβατικότητα, στρέφομαι στο έγκλημα (για ανήλικο)
非難の目を向ける ひなんのめをむける

άλλο, ρήμα

  1. 01 αντιμετωπίζω κάποιον με αποστροφή, κοιτάζω κάποιον με μομφή
非行少年 ひこうしょうねん

ουσιαστικό

  1. 01 παραβατικός ανήλικος
非常用電源 ひじょうようでんげん

ουσιαστικό

  1. 01 πηγή ηλεκτροδότησης έκτακτης ανάγκης, εφεδρική παροχή ρεύματος, εφεδρική πηγή ενέργειας
非常警戒 ひじょうけいかい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση υψίστης επιφυλακής, ειδική επιτήρηση
非接触 ひせっしょく

άλλο

  1. 01 ανέπαφος, χωρίς επαφή
非常呼集 ひじょうこしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη κλήση
非常召集 ひじょうしょうしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη κλήση
非難を浴びせる ひなんをあびせる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κατακλύζω κάποιον με επικρίσεις, ασκώ δριμεία κριτική, κατακεραυνώνω κάποιον
非人情 ひにんじょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αναίσθητος, απάνθρωπος, χωρίς συναίσθημα
非課税 ひかぜい

ουσιαστικό

  1. 01 αφορολόγητος, απαλλαγμένος από φόρο
非常停止 ひじょうていし

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη διακοπή λειτουργίας, διακοπή ανάγκης
非正規雇用 ひせいきこよう

ουσιαστικό

  1. 01 μη κανονική απασχόληση, άτυπη απασχόληση
非業の最期 ひごうのさいご

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αδόκητος θάνατος, βίαιος θάνατος
非金属 ひきんぞく

ουσιαστικό

  1. 01 αμέταλλο
非協力 ひきょうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 μη συνεργασία
非を鳴らす ひをならす

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταγγέλλω, δημόσια αποδοκιμάζω