87 αποτελέσματα για «順»

順編成 じゅんへんせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαδοχική οργάνωση
順編成法 じゅんへんせいほう

ουσιαστικό

  1. 01 βασική μέθοδος διαδοχικής πρόσβασης (BSAM)
順編成ファイル じゅんへんせいファイル

ουσιαστικό

  1. 01 σειριακό αρχείο
順方向通信路 じゅんほうこうつうしんろ

ουσιαστικό

  1. 01 κανάλι προώθησης
順方向読取り じゅんほうこうよみとり

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγνωση με τη φορά της γραφής
順方向電圧 じゅんほうこうでんあつ

ουσιαστικό

  1. 01 τάση ορθής φοράς (π.χ. ενός ημιαγωγού)
順方向電圧降下 じゅんほうこうでんあつこうか

ουσιαστικό

  1. 01 πτώση τάσης ορθής φοράς (για παράδειγμα σε έναν ημιαγωγό)
順向 じゅんこう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 προνοητικός
順向性 じゅんこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 προορατικός, πρωτοβουλιακός
順向抑制 じゅんこうよくせい

ουσιαστικό

  1. 01 προδρομική αναστολή
順行性心筋保護 じゅんこうせいしんきんほご

ουσιαστικό

  1. 01 πρόδρομη καρδιοπληγία
順番こ じゅんばんこ

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλάξ, παίρνω σειρά
順建て じゅんだて

ουσιαστικό

  1. 01 διαλογή εξαρτημάτων (στη γραμμή παραγωγής αυτοκινήτων), επιλογή εξαρτήματος
順現業 じゅんげんごう

ουσιαστικό

  1. 01 ζουνγκένγκο, κάρμα με αιτία και αποτέλεσμα σε αυτή τη ζωή
順次業 じゅんじごう

ουσιαστικό

  1. 01 σάντσιτα κάρμα, κάρμα του οποίου η αιτία βρίσκεται στην παρούσα ζωή αλλά το αποτέλεσμά του στην επόμενη ζωή
順生業 じゅんしょうごう

ουσιαστικό

  1. 01 τζουνσόγκο, κάρμα του οποίου η αιτία βρίσκεται στην παρούσα ζωή αλλά το αποτέλεσμα στην επόμενη ζωή
順後業 じゅんごごう

ουσιαστικό

  1. 01 τζουνγκόγκο, κάρμα του οποίου η αιτία βρίσκεται στην παρούσα ζωή, αλλά το αποτέλεσμα έρχεται στη μεθεπόμενη ζωή ή αργότερα
順世派 じゅんせいは

ουσιαστικό

  1. 01 Τσαρβάκα (αρχαία σχολή ινδικού υλισμού), Λοκαγιάτα
順縁婚 じゅんえんこん

ουσιαστικό

  1. 01 αδελφική επιγαμία (ο γάμος ενός χήρου με την αδελφή της αποθανούσας συζύγου του)
順ぞり じゅんぞり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξυρίσματος προς τη φορά της τρίχας, ξύρισμα προς τα κάτω