103 αποτελέσματα για «鬼»

鬼海星 おにひとで

ουσιαστικό

  1. 01 ακανθαστέρας (Acanthaster planci)
鬼金目 おにきんめ

ουσιαστικό

  1. 01 κοινό κυνόδοντο (Anoplogaster cornuta)
鬼カサゴ おにカサゴ

ουσιαστικό

  1. 01 ονικασάγκο (Scorpaenopsis cirrhosa), τριχωτό σκορπίδι
鬼糸巻鱝 オニイトマキエイ

ουσιαστικό

  1. 01 γιγάντιο ωκεάνιο σαλάχι μάντα (Manta birostris), γιγάντιο ωκεάνιο σαλάχι μάντα
鬼乳 きにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γάλα μάγισσας (γάλα που εκκρίνεται από ορισμένα νεογνά)
鬼田平子 おにたびらこ

ουσιαστικό

  1. 01 γιανγκία η ιαπωνική (φυτό της οικογένειας των αστεροειδών)
鬼魣 おにかます

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη λούτσα (Σφύραινα η βαρρακούδα)
鬼野芥子 おにのげし

ουσιαστικό

  1. 01 αγκαθωτό σογχός (Sonchus asper), αγκαθωτό γάλακτο, αγκαθωτό γαλατσίδα
鬼哭啾啾 きこくしゅうしゅう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ανατριχιαστικός (όπως ο θρήνος και το κλάμα ενός ανήσυχου φαντάσματος), που προκαλεί ανατριχίλα
鬼面仏心 きめんぶっしん

ουσιαστικό

  1. 01 με όψη δαίμονα και καρδιά βούδα, με αυστηρό πρόσωπο αλλά τρυφερή καρδιά
鬼郭公 おにかっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ασιατικός κούκος
鬼が出るか仏が出るか おにがでるかほとけがでるか

άλλο

  1. 01 ο θεός ξέρει τι μπορεί να συμβεί
鬼の矢幹 おにのやがら

ουσιαστικό

  1. 01 γκαστρόδια η ελάτη (είδος σαπροφυτικής ορχιδέας)
鬼哭 きこく

ουσιαστικό

  1. 01 θρήνος ανήσυχου φαντάσματος, κλαυθμηρή φωνή νεκρής ψυχής
鬼坊主鱚 おにぼうずぎす

ουσιαστικό

  1. 01 χιασμόδοντας ο μέλας (Chiasmodon niger)
鬼達磨鰧 おにだるまおこぜ

ουσιαστικό

  1. 01 ονινταρούμα-οκοζέ (είδος πετρόψαρου των υφάλων), πετρόψαρο, διαβολόψαρο
鬼草 おにくさ

ουσιαστικό

  1. 01 ονικουσά (είδος φυκιού)
鬼菱 おにびし

ουσιαστικό

  1. 01 νεροκάστανο, κάρυ (Trapa natans)
鬼みそ おにみそ

ουσιαστικό

  1. 01 ψημένη μίσο αναμεμειγμένη με καυτερές πιπεριές
  2. 02 άτομο που υποκρίνεται τον σκληρό ενώ στην πραγματικότητα είναι δειλό
鬼遣 おにやらい

ουσιαστικό

  1. 01 εξορκισμός κακών πνευμάτων (την παραμονή της Πρωτοχρονιάς)