1666 αποτελέσματα για «大»
大韓民国 だいかんみんこく
ουσιαστικό
- 01 Δημοκρατία της Κορέας, Νότια Κορέα
大韓民国 テハンミングク
ουσιαστικό
- 01 Δημοκρατία της Κορέας
大だこ おおだこ
ουσιαστικό
- 01 γιγάντιο χταπόδι του Ειρηνικού (Enteroctopus dofleini), γιγάντιο χταπόδι του Βόρειου Ειρηνικού
大覚寺統 だいかくじとう
ουσιαστικό
- 01 αυτοκρατορική γενιά που ξεκινά με τον αυτοκράτορα Καμεγιάμα
大辞泉 だいじせん
ουσιαστικό
- 01 Νταϊτζισέν (ιαπωνικό λεξικό που εκδίδεται από τις εκδόσεις Σογκακούκαν)
大陸国家 たいりくこっか
ουσιαστικό
- 01 ηπειρωτικό κράτος (για παράδειγμα η Αυστραλία)
大辞林 だいじりん
ουσιαστικό
- 01 Νταϊτζιρίν (ιαπωνικό λεξικό που εκδίδεται από τις εκδόσεις Σανσέιντο)
大和絵 やまとえ
ουσιαστικό
- 01 γιαμάτο-έ (παραδοσιακή ιαπωνική διακοσμητική ζωγραφική)
大腿動脈 だいたいどうみゃく
ουσιαστικό
- 01 μηριαία αρτηρία
大理石像 だいりせきぞう
ουσιαστικό
- 01 μαρμάρινο άγαλμα
大黄 だいおう
ουσιαστικό
- 01 κινεζικό ραβέντι (Rheum officinale), ρίζα ραβεντιού (χρησιμοποιείται στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική)
大三元 だいさんげん
ουσιαστικό
- 01 νταϊσανγκέν, νικητήριος συνδυασμός στο μάτζονγκ που αποτελείται από τριπλές ή τετραπλές ομάδες και από τα τρία είδη πλακιδίων δράκων
大口顧客 おおくちこきゃく
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος πελάτης
大正天皇 たいしょうてんのう
ουσιαστικό
- 01 αυτοκράτορας Ταϊσό (1879-1926, βασίλεψε 1912-1926), αυτοκράτορας Γιοσιχίτο
大度 たいど
ουσιαστικό
- 01 μεγαλοψυχία
大谷石 おおやいし
ουσιαστικό
- 01 ηφαιστειακό πέτρωμα Όγια
大呼 たいこ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δυνατή κραυγή, φωνή
大学卒 だいがくそつ
ουσιαστικό
- 01 πτυχιούχος πανεπιστημίου, απόφοιτος πανεπιστημίου
大骨 おおぼね
ουσιαστικό
- 01 μεγάλο οστό, χοντρό κόκαλο
大州 たいしゅう
ουσιαστικό
- 01 ήπειρος