1588 αποτελέσματα για «一»
一茎 ひとくき
ουσιαστικό
- 01 ένα στέλεχος
一昔 ひとむかし
ουσιαστικό
- 01 προ δεκαετίας, παλαιότερα, μια ολόκληρη εποχή πριν
一元論 いちげんろん
ουσιαστικό
- 01 μονισμός
一汁三菜 いちじゅうさんさい
ουσιαστικό
- 01 γεύμα που αποτελείται από σούπα, ρύζι και τρία συνοδευτικά πιάτα (συγκεκριμένα ναμάσου, νιμόνο και γιακιμόνο)
一再 いっさい
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μία ή δύο φορές, επανειλημμένα
一緒くた いっしょくた
ουσιαστικό
- 01 ανάκατο σύνολο, ανομοιογενές μείγμα, ποικιλία
一膳飯屋 いちぜんめしや
ουσιαστικό
- 01 απλό και οικονομικό εστιατόριο, μικρό φαγάδικο
一般会計 いっぱんかいけい
ουσιαστικό
- 01 γενική λογιστική και οικονομικά
一才 いっさい
ουσιαστικό
- 01 ενογενής, ενός έτους
一水 いっすい
ουσιαστικό
- 01 ρέμα (νερού), σταγόνα
一発必中 いっぱつひっちゅう
ουσιαστικό
- 01 επιτυχία με την πρώτη προσπάθεια
一斑 いっぱん
ουσιαστικό
- 01 ένα μέρος (του όλου), μία λεπτομέρεια, τμήμα, κηλίδα
一木一草 いちぼくいっそう
ουσιαστικό
- 01 ένα μοναδικό δέντρο ή ένα λεπίδι γρασιδιού, κάθε αντικείμενο και κάθε στοιχείο (ενός τόπου)
一筋道 ひとすじみち
ουσιαστικό
- 01 ευθεία οδός
一寸刻み いっすんきざみ
ουσιαστικό
- 01 πολύ αργά, βήμα προς βήμα (με κόπο)
一踏ん張り ひとふんばり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μία ακόμα προσπάθεια, μια τελευταία ώθηση, μια δοκιμή
一つ身 ひとつみ
ουσιαστικό
- 01 βρεφικά ρούχα
一朶 いちだ
ουσιαστικό
- 01 κλάδος (λουλουδιών), τσαμπί, μάζα (σύννεφων)
一般ユーザー いっぱんユーザー
ουσιαστικό
- 01 απλός χρήστης
一妻多夫 いっさいたふ
ουσιαστικό
- 01 πολυανδρία