1666 αποτελέσματα για «大»

大づかみ おおづかみ

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνοπτικός, γενικός, αδρός (για εξήγηση, λεπτομέρειες κ.λπ.)
  2. 02 δράξιμο μεγάλης ποσότητας με το χέρι
大祖父 おおおおじ

ουσιαστικό

  1. 01 προπάππος
大蝙蝠 おおこうもり

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερίδα των φρούτων (γένος Pteropodidae), ιπτάμενη αλεπού, μεγαχειρόπτερο
大逆事件 だいぎゃくじけん

ουσιαστικό

  1. 01 υπόθεση ντάιγκιακου (σοσιαλιστική-αναρχική συνωμοσία για τη δολοφονία του αυτοκράτορα Μέιτζι το 1910)
大向こう おおむこう

ουσιαστικό

  1. 01 θεωρείο (θεάτρου)
  2. 02 κοινό (στο θέατρο), μάζες, το ευρύ κοινό
大行 たいこう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο εγχείρημα, σπουδαίο έργο
大数 たいすう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος αριθμός
  2. 02 στρογγυλός αριθμός, κατά προσέγγιση τιμή
大冊 たいさつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο ή ογκώδες βιβλίο ή τόμος
大正琴 たいしょうごと

ουσιαστικό

  1. 01 ταϊσογκότο, ιαπωνικό έγχορδο όργανο με δύο έως πέντε χορδές
大根足 だいこんあし

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρά πόδια, παχιά πόδια
大幣 おおぬさ

ουσιαστικό

  1. 01 ταινίες (φτιαγμένες από λινό, χαρτί κ.λπ.) προσαρμοσμένες σε μακρύ κοντάρι (χρησιμοποιούνται ως ραβδί σε μεγάλες τελετές καθαρμού)
  2. 02 μεγάλη ζήτηση
大学紛争 だいがくふんそう

ουσιαστικό

  1. 01 πανεπιστημιακή αναταραχή
大規模停電 だいきぼていでん

ουσιαστικό

  1. 01 εκτεταμένη διακοπή ρεύματος, μαζικό μπλακ άουτ
大所 おおどころ

ουσιαστικό

  1. 01 πλούσια οικογένεια, σημαντικό πρόσωπο, ισχυρός παράγοντας
大鼓 おおつづみ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλο τύμπανο χειρός
大極殿 だいごくでん

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα συμβουλίου στο αυτοκρατορικό παλάτι (νταϊγκοκουντέν)
大を成す だいをなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 επιτυγχάνω το μεγαλείο, σημειώνω επιτυχία
大原女 おはらめ

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα μικροπωλήτρια στο Κιότο από το Οχάρα (συνήθως με ένα δεμάτι ξύλα ή παρόμοια αντικείμενα στο κεφάλι της)
大旆 たいはい

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκρατορικό ή σογκουνικό λάβαρο, λάβαρο αρχηγού
大洋州 たいようしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 Ωκεανία