883 αποτελέσματα για «不»
不法占拠者 ふほうせんきょしゃ
ουσιαστικό
- 01 παράνομος καταληψίας (π.χ. οικίας, γης κ.λπ.), καταπατητής
不規則変化 ふきそくへんか
ουσιαστικό
- 01 ανώμαλη κλίση
不平士族 ふへいしぞく
ουσιαστικό
- 01 δυσαρεστημένος πρώην σαμουράι (πρώιμη περίοδος Μέιτζι)
不出 ふしゅつ
ουσιαστικό
- 01 φύλαξη, παραμονή στο εσωτερικό, μη έξοδος
不測の事態 ふそくのじたい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ενδεχόμενο, περίπτωση, απρόβλεπτες συνθήκες, αναπάντεχη κατάσταση
不尽数 ふじんすう
ουσιαστικό
- 01 μη τερματιζόμενος δεκαδικός, άπειρος δεκαδικός
不尽根数 ふじんこんすう
ουσιαστικό
- 01 άρρητος αριθμός
- 02 άρρητη ρίζα
不整形 ふせいけい
ουσιαστικό
- 01 ακανόνιστο σχήμα, ακανόνιστη μορφή
不透明水彩 ふとうめいすいさい
ουσιαστικό
- 01 γκουάς
不正競争 ふせいきょうそう
ουσιαστικό
- 01 αθέμιτος ανταγωνισμός, αντιανταγωνιστικές πρακτικές
不老長生 ふろうちょうせい
ουσιαστικό
- 01 αιώνια νεότητα και μακροζωία, μακρύς βίος χωρίς τη διαδικασία της γήρανσης
不在票 ふざいひょう
ουσιαστικό
- 01 ειδοποίηση μη παραλαβής δέματος
不用額 ふようがく
ουσιαστικό
- 01 αδιάθετος προϋπολογισμός, αδαπάνητα κεφάλαια
不殺生戒 ふせっしょうかい
ουσιαστικό
- 01 εντολή απαγόρευσης αφαίρεσης ζωής, εντολή κατά του φόνου, εντολή της αχίμσα
不偸盗戒 ふちゅうとうかい
ουσιαστικό
- 01 εντολή της μη κλοπής, εντολή της ατσούρια, εντολή της αστέγια
不邪淫戒 ふじゃいんかい
ουσιαστικό
- 01 εντολή για συζυγική αγνότητα και σεξουαλική αυτοσυγκράτηση, εντολή για βραχματσάρια
不妄語戒 ふもうごかい
ουσιαστικό
- 01 ιερός κανόνας που απαγορεύει το ψέμα, κανόνας της αλήθειας
不可視インク ふかしインク
ουσιαστικό
- 01 αόρατο μελάνι
不燃化 ふねんか
ουσιαστικό
- 01 πυράντοχη επεξεργασία (π.χ. ενός κτιρίου)
不完全型 ふかんぜんがた
ουσιαστικό, άλλο
- 01 ατελής τύπος, ατελής μορφή (forme fruste)