883 αποτελέσματα για «不»
不能症 ふのうしょう
ουσιαστικό
- 01 ανικανότητα
不連続性 ふれんぞくせい
ουσιαστικό
- 01 ασυνέχεια
不定根 ふていこん
ουσιαστικό
- 01 τυχαία ρίζα
不確定性 ふかくていせい
ουσιαστικό
- 01 αβεβαιότητα, ασάφεια
不等辺四辺形 ふとうへんしへんけい
ουσιαστικό
- 01 τραπέζιο
不能問題 ふのうもんだい
ουσιαστικό
- 01 αδύνατο πρόβλημα
不死性 ふしせい
ουσιαστικό
- 01 αθανασία
不可欠脂肪酸 ふかけつしぼうさん
ουσιαστικό
- 01 απαραίτητο λιπαρό οξύ, απαραίτητο λιπαρό οξύ
不同意性交 ふどういせいこう
ουσιαστικό
- 01 μη συναινετική σεξουαλική επαφή
不同意性交等罪 ふどういせいこうとうざい
ουσιαστικό
- 01 αδίκημα μη συναινετικής σεξουαλικής επαφής
不同意性交罪 ふどういせいこうざい
ουσιαστικό
- 01 αδίκημα της σεξουαλικής επαφής χωρίς συναίνεση
不同意性交等 ふどういせいこうとう
ουσιαστικό
- 01 μη συναινετική σεξουαλική επαφή
強盗・不同意性交等罪 ごうとうふどういせいこうとうざい
ουσιαστικό
- 01 έγκλημα ληστείας και μη συναινετικής σεξουαλικής επαφής
不同意わいせつ罪 ふどういわいせつざい
ουσιαστικό
- 01 αδίκημα μη συναινετικής προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, μη συναινετικές ασελγείς πράξεις
不同意わいせつ ふどういわいせつ
ουσιαστικό
- 01 ασελγής πράξη χωρίς συναίνεση, πράξη ασέλγειας χωρίς συγκατάθεση
不安症 ふあんしょう
ουσιαστικό
- 01 αγχώδης διαταραχή
不起訴処分 ふきそしょぶん
ουσιαστικό
- 01 μη άσκηση δίωξης, απόφαση περί μη άσκησης δίωξης, παύση δίωξης, διάταξη περί μη άσκησης δίωξης
不法領得の意思 ふほうりょうとくのいし
ουσιαστικό
- 01 πρόθεση παράνομης ιδιοποίησης
不法領得 ふほうりょうとく
ουσιαστικό
- 01 παράνομη απόκτηση
- 02 παράνομη ιδιοποίηση
不完全骨折 ふかんぜんこっせつ
ουσιαστικό
- 01 ατελές κάταγμα, μερικό κάταγμα