941 αποτελέσματα για «無»
無排卵性月経 むはいらんせいげっけい
ουσιαστικό
- 01 ανωοθυλακιορρηκτική έμμηνος ρύση, μη ωοθυλακιορρηκτική έμμηνος ρύση
無遮大会 むしゃだいえ
ουσιαστικό
- 01 μουσά ντάιε (μεγάλη θρησκευτική σύναξη που προσφέρει ελεημοσύνη και κήρυγμα χωρίς διακρίσεις, πραγματοποιούμενη κάθε πέντε χρόνια)
無漂白 むひょうはく
ουσιαστικό
- 01 αλεύκαστος (π.χ. αλεύρι)
無段者 むだんしゃ
ουσιαστικό
- 01 πρόσωπο που δεν έχει αποκτήσει βαθμό νταν (στις πολεμικές τέχνες, στο γκο κ.λπ.)
無段 むだん
ουσιαστικό
- 01 χωρίς βαθμό νταν (στις πολεμικές τέχνες, στο γκο, κ.λπ.), αβαθμολόγητος
- 02 χωρίς διαβαθμίσεις, συνεχής
無段階 むだんかい
ουσιαστικό
- 01 αδιαβάθμητος, συνεχής
無生物主語 むせいぶつしゅご
ουσιαστικό
- 01 άψυχο υποκείμενο
無からは何も生じない むからはなにもしょうじない
άλλο
- 01 από το μηδέν δεν προκύπτει τίποτα
無糖飲料 むとういんりょう
ουσιαστικό
- 01 ρόφημα χωρίς ζάχαρη
無限次元 むげんじげん
ουσιαστικό
- 01 άπειρων διαστάσεων
無人偵察機 むじんていさつき
ουσιαστικό
- 01 μη επανδρωμένο αεροσκάφος επιτήρησης, μη επανδρωμένο αναγνωριστικό αεροπλάνο
無作為化 むさくいか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τυχαιοποίηση
無光層 むこうそう
ουσιαστικό
- 01 αφωτική ζώνη
無光 むこう
άλλο
- 01 στερούμενος φωτός, αφώτιστος, άφωτος
無意志動詞 むいしどうし
ουσιαστικό
- 01 ρήμα χωρίς δήλωση βούλησης (μουισί ντόσι)
無人電車 むじんでんしゃ
ουσιαστικό
- 01 τρένο χωρίς οδηγό
無水ケイ酸 むすいけいさん
ουσιαστικό
- 01 διοξείδιο του πυριτίου
無髯 むぜん
ουσιαστικό
- 01 αγένειος, ξυρισμένος
無反応 むはんのう
επίθετο
- 01 αναπάντητος, χωρίς αντίδραση
無名戦士の墓 むめいせんしのはか
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τάφος του αγνώστου στρατιώτη