1588 αποτελέσματα για «一»

一夫一婦 いっぷいっぷ

ουσιαστικό

  1. 01 μονογαμία
一見客 いちげんきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 πελάτης που δεν έχει ξαναδεί, πρωτοεμφανιζόμενος πελάτης
一杯引っ掛ける いっぱいひっかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 πίνω ένα ποτηράκι, τσουγκρίζω ένα ποτήρι
一系 いっけい

ουσιαστικό

  1. 01 μονογονεϊκή καταγωγή
一角 ひとかど

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 σημαντικός, αξιοπρεπής, σεβαστός, ολοκληρωμένος, καταξιωμένος
  2. 02 κατάλληλα, εύλογα
  3. 03 ένα ζήτημα, ένας τομέας
一党独裁 いっとうどくさい

ουσιαστικό

  1. 01 μονοκομματική δικτατορία
一手に いってに

επίρρημα

  1. 01 μόνος του, αυτοπροσώπως, αποκλειστικά
一幅 いっぷく

ουσιαστικό

  1. 01 κύλινδρος (με ζωγραφική ή καλλιγραφία)
一局部 いちきょくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα μέρος
一人悦に入る ひとりえつにいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αυτοϊκανοποιούμαι, χαίρομαι με τον εαυτό μου, γελάω σιγανά από ευχαρίστηση
一別 いちべつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχωρισμός
一般ピープル いっぱんピープル

ουσιαστικό

  1. 01 απλοί άνθρωποι
一両年 いちりょうねん

ουσιαστικό

  1. 01 ένα ή δύο χρόνια
一構え ひとかまえ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοτελής κατοικία
  2. 02 συστάδα (π.χ. δέντρων), ομάδα
一瓢 いっぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 μία νεροκολοκύθα
  2. 02 μικρή ποσότητα ποτού (ιδιαίτερα αλκοόλ), ποτό που μεταφέρει κανείς μαζί του
一罰百戒 いちばつひゃっかい

ουσιαστικό

  1. 01 τιμωρώ ένα παράπτωμα για να παραδειγματιστούν οι υπόλοιποι
一人一票 ひとりいっぴょう

ουσιαστικό

  1. 01 ένα άτομο, μία ψήφος
一遇 いちぐう

ουσιαστικό

  1. 01 μία συνάντηση
一把 いちわ

ουσιαστικό

  1. 01 ματσάκι, δεσμίδα
一般社団法人 いっぱんしゃだんほうじん

ουσιαστικό

  1. 01 γενική ενσωματωμένη ένωση