1666 αποτελέσματα για «大»

大海老 おおえび

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη γαρίδα, γαρίδα τίγρης, αστακός
大人しやか おとなしやか

επίθετο

  1. 01 ευγενικός, ήσυχος, σεμνός, σοβαρός, ήπιος, πράος
大競争 だいきょうそう

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλοανταγωνισμός, τεράστιος ανταγωνισμός
大脳基底核 だいのうきていかく

ουσιαστικό

  1. 01 βασικά γάγγλια, βασικοί πυρήνες
大般若経 だいはんにゃきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Μεγάλη Σούτρα της Τελειότητας της Σοφίας
大内刈り おおうちがり

ουσιαστικό

  1. 01 οουτσιγκάρι (τζούντο), μεγάλο εσωτερικό δρεπάνι, ρίψη με μεγάλο εσωτερικό δρεπάνι
大盤石 だいばんじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος βράχος, τεράστιος βράχος
  2. 02 ακλόνητος, στιβαρός, σταθερός
大ボラ吹き おおぼらふき

ουσιαστικό

  1. 01 καυχησιάρης, αλαζόνας, φαντασμένος, φλύαρος, αλαζονικός τύπος, ψεύτης που μεγαλοποιεί τα πράγματα
大人じみる おとなじみる

ρήμα

  1. 01 ωριμάζω, αποκτώ ώριμη συμπεριφορά, συμπεριφέρομαι σαν ενήλικας
大量絶滅 たいりょうぜつめつ

ουσιαστικό

  1. 01 γεγονός μαζικής εξαφάνισης, μαζική εξαφάνιση
大横綱 だいよこづな

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλος γιοκοζούνα (ο ανώτατος βαθμός του σούμο) που θεωρείται πραγματικά σπουδαίος, συνήθως με πάνω από 10 νίκες σε τουρνουά μακουούτσι
大臼歯 だいきゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 τραπεζίτης
大ブリテン だいブリテン

ουσιαστικό

  1. 01 Μεγάλη Βρετανία (νησί)
大政翼賛会 たいせいよくさんかい

ουσιαστικό

  1. 01 Ταισέι Γιοκουσάνκαϊ (Ένωση Υποστήριξης της Αυτοκρατορικής Διακυβέρνησης, 1940-1945)
大根 おおね

ουσιαστικό

  1. 01 ρίζα, πηγή, καταγωγή, βάση
大代表 だいだいひょう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικός αριθμός τηλεφωνικού κέντρου, κύριος αριθμός τηλεφώνου
大尾 たいび

ουσιαστικό

  1. 01 τέλος, κατάληξη, φινάλε
大道商人 だいどうしょうにん

ουσιαστικό

  1. 01 μικροπωλητής δρόμου, πλανόδιος πωλητής, γυρολόγος
大宮アルディージャ おおみやアルディージャ

ουσιαστικό

  1. 01 Ομίγια Αρντίτζα (ιαπωνική επαγγελματική ποδοσφαιρική ομάδα)
大悟徹底 たいごてってい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυγχάνω θεία φώτιση, αντιλαμβάνομαι την απόλυτη αλήθεια, βιώνω πνευματική αφύπνιση