1588 αποτελέσματα για «一»

一見 いちげん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη επίσκεψη σε πανδοχείο, εστιατόριο κ.λπ. χωρίς συστατική επιστολή ή γνωριμία
一芸入試 いちげいにゅうし

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα εισαγωγής φοιτητών με βάση μη ακαδημαϊκές δεξιότητες (π.χ. αθλητισμός, τέχνες, σε αντίθεση με τα αποτελέσματα των εξετάσεων)
一番線 いちばんせん

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη αποβάθρα
一個あたり いっこあたり

ουσιαστικό

  1. 01 ανά τεμάχιο
  2. 02 για κάθε κομμάτι
一諾 いちだく

ουσιαστικό

  1. 01 συγκατάθεση
一儀 いちぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα ζήτημα, μία υπόθεση
  2. 02 σωματική οικειότητα, σεξουαλική επαφή
一家を成す いっかをなす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ιδρύω σχολή, αποκτώ δικό μου σπιτικό
一般原則 いっぱんげんそく

ουσιαστικό

  1. 01 γενικές αρχές, ευρείες αρχές
一白 いっぱく

ουσιαστικό

  1. 01 το πρώτο από τα εννέα παραδοσιακά αστρολογικά σημάδια (που αντιστοιχεί στον Ερμή και τον βορρά)
  2. 02 λευκό σημάδι στο ένα πόδι αλόγου, άλογο που φέρει τέτοιο σημάδι
  3. 03 επιφάνεια (τοπίο) που είναι ολόλευκη, κατάλευκος
一筆啓上 いっぴつけいじょう

άλλο

  1. 01 αυτό είναι απλώς ένα σύντομο σημείωμα, σου γράφω για να σου πω
一点一画 いってんいっかく

ουσιαστικό

  1. 01 οι τελείες στα γιώτα και οι γραμμές στα ταφ (μεταφορικά: η παραμικρή λεπτομέρεια, η ακριβής τήρηση κάθε λεπτομέρειας)
一人静 ひとりしずか

ουσιαστικό

  1. 01 χλωράνθος ο ιαπωνικός
一徹者 いってつもの

ουσιαστικό

  1. 01 ξεροκέφαλος άνθρωπος, πεισματάρης, αμετάπειστος
一頭地を抜く いっとうちをぬく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ξεχωρίζω αισθητά, υπερέχω κατά πολύ των υπολοίπων
一昨々年 さきおととし

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 προπερυσινή χρονιά, πριν από τρία χρόνια
一つ書き ひとつがき

ουσιαστικό

  1. 01 στοιχείο, αναλυτική καταγραφή, καταγραφή κατά σημείο
一毛 いちもう

ουσιαστικό

  1. 01 το ένα δέκατο του ριν
一家全滅 いっかぜんめつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη η οικογένεια πλήττεται (από ασθένεια κ.λπ.), ολόκληρη η οικογένεια
一見識 いちけんしき

ουσιαστικό

  1. 01 τεκμηριωμένη άποψη
一臂 いっぴ

ουσιαστικό

  1. 01 χείρα βοηθείας, λίγη βοήθεια, κάποια συνδρομή