1588 αποτελέσματα για «一»
一中節 いっちゅうぶし
ουσιαστικό
- 01 είδος ιτσουμπούσι (δραματική απαγγελία με συνοδεία σαμισέν)
一夢 いちむ
ουσιαστικό
- 01 ένα όνειρο
- 02 εφήμερο πράγμα
一円札 いちえんさつ
ουσιαστικό
- 01 χαρτονόμισμα του ενός γιεν
一つ心 ひとつこころ
ουσιαστικό
- 01 ένας νους, ολόψυχη αφοσίωση, ειλικρίνεια
一殺多生 いっさつたしょう
άλλο
- 01 δικαιολογείται ο φόνος ενός ατόμου για τη διάσωση των πολλών
一得 いっとく
ουσιαστικό
- 01 ένα πλεονέκτημα, όφελος
一酸化 いっさんか
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 μονοξείδιο
一味唐辛子 いちみとうがらし
ουσιαστικό
- 01 σκόνη πιπεριάς καγιέν
一腹 いっぷく
ουσιαστικό
- 01 ομόμητρος
一腹 ひとはら
ουσιαστικό
- 01 γέννα (ζώων)
- 02 χαβιάρι (ενός ψαριού, δηλαδή και οι δύο ωοθήκες)
一擲 いってき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόρριψη, απομάκρυνση
一日一夜 いちにちいちや
ουσιαστικό
- 01 όλη μέρα και νύχτα, ολόκληρο το εικοσιτετράωρο
一流会社 いちりゅうかいしゃ
ουσιαστικό
- 01 κορυφαία επιχείρηση, εταιρεία πρώτης κατηγορίας, ηγετική εταιρεία, έγκριτη εταιρεία, κορυφαία εταιρεία
一切気にならない いっさいきにならない
άλλο, επίθετο
- 01 δε με νοιάζει καθόλου, δεν μου καίγεται καρφί, δεν με απασχολεί στο ελάχιστο
一口カツ ひとくちカツ
ουσιαστικό
- 01 κοτολέτα σε μέγεθος μπουκιάς
一杯飲み屋 いっぱいのみや
ουσιαστικό
- 01 οικονομικό μπαρ για ποτό (παμπ, ταβέρνα, κ.λπ.)
一丁字 いっていじ
ουσιαστικό
- 01 ένα γράμμα, ένας χαρακτήρας
一敗地に塗れる いっぱいちにまみれる
άλλο, ρήμα
- 01 υφίσταμαι συντριπτική ήττα
一音節 いちおんせつ
ουσιαστικό
- 01 μονοσύλλαβη λέξη
一般紙 いっぱんし
ουσιαστικό
- 01 γενικός τύπος, λαϊκό έντυπο, μη εξειδικευμένος τύπος, εφημερίδα γενικού ενδιαφέροντος
- 02 κοινό χαρτί, τυποποιημένο χαρτί