150 αποτελέσματα για «丸»
丸ペン まるペン
ουσιαστικό
- 01 πενάκι σχεδίου (μαρού-πεν)
丸取り まるどり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μονοπώληση, έλεγχος της συνολικής διαθέσιμης ποσότητας ενός προϊόντος
丸本 まるぼん
ουσιαστικό
- 01 βιβλίο αφηγητή, πλήρης σειρά βιβλίων
丸覚え まるおぼえ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης αποστήθιση
丸ぽちゃ まるぽちゃ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 παχουλός, εύσαρκος, στρουμπουλός
丸瓦 まるがわら
ουσιαστικό
- 01 κυρτό κεραμίδι στέγης
丸のこ まるのこ
ουσιαστικό
- 01 δισκοπρίονο
丸太材 まるたざい
ουσιαστικό
- 01 στρογγυλή ξυλεία
丸竹 まるたけ
ουσιαστικό
- 01 κομμένο μπαμπού
丸穴 まるあな
ουσιαστικό
- 01 στρογγυλή τρύπα
丸提灯 まるちょうちん
ουσιαστικό
- 01 στρογγυλό χάρτινο φανάρι
丸山ワクチン まるやまワクチン
ουσιαστικό
- 01 εμβόλιο Μαρουγιάμα (θεωρείται αποτελεσματικό κατά της λέπρας, του καρκίνου και της δερματικής φυματίωσης)
丸木造り まるきづくり
ουσιαστικό
- 01 ρουστίκ κατασκευή
丸彫り まるぼり
ουσιαστικό
- 01 γλυπτό τριών διαστάσεων (μαρουμπόρι)
丸禿 まるはげ
ουσιαστικό
- 01 ολική φαλάκρα
丸台 まるだい
ουσιαστικό
- 01 στρογγυλή βάση πλεξίματος
丸行灯 まるあんどん
ουσιαστικό
- 01 κυλινδρικό χάρτινο φαναράκι
丸材 まるざい
ουσιαστικό
- 01 κορμός ξύλου
丸太船 まるたぶね
ουσιαστικό
- 01 ξύλινο πλοίο μεταφορών που χρησιμοποιείται στη λίμνη Μπίβα
- 02 σκάφος κατασκευασμένο από κορμούς δέντρων, π.χ. μεγάλη μονοξύλη βάρκα
丸砥石 まるといし
ουσιαστικό
- 01 ακονόπετρα