121 αποτελέσματα για «乳»
乳濁液 にゅうだくえき
ουσιαστικό
- 01 γαλάκτωμα
乳状液 にゅうじょうえき
ουσιαστικό
- 01 γαλακτώδης χυμός, λάτεξ
乳漿 にゅうしょう
ουσιαστικό
- 01 τυρόγαλο, ορός γάλακτος
乳白ガラス にゅうはくガラス
ουσιαστικό
- 01 γυαλί οπαλίνας
乳菓 にゅうか
ουσιαστικό
- 01 γαλακτοκομικό γλύκισμα, γλυκό με βάση το γάλα
乳び にゅうび
ουσιαστικό
- 01 χυλός (γαλακτώδες υγρό που περιέχει λίπος και απορροφάται από το έντερο)
乳切り木 ちぎりき
ουσιαστικό
- 01 πολεμικό όπλο με αλυσίδα και ράβδο (βαρίδι), ρόπαλο με αλυσίδα
乳児脚気 にゅうじかっけ
ουσιαστικό
- 01 βρεφικό μπέρι-μπέρι
乳石英 にゅうせきえい
ουσιαστικό
- 01 γαλακτώδης χαλαζίας
乳用牛 にゅうようぎゅう
ουσιαστικό
- 01 γαλακτοφόρος αγελάδα, γαλακτοπαραγωγά βοοειδή
乳搾り器 ちちしぼりき
ουσιαστικό
- 01 αμελκτική μηχανή
乳質 にゅうしつ
ουσιαστικό
- 01 ποιότητα γάλακτος
乳価 にゅうか
ουσιαστικό
- 01 τιμή γάλακτος
乳茸 ちちたけ
ουσιαστικό
- 01 μανιτάρι του είδους Lactarius volemus, γνωστό και ως γαλακτόκαρπο (είδος εδώδιμου μανιταριού)
乳茸刺 ちだけさし
ουσιαστικό
- 01 τσιδακεσάσι (είδος αστίλβης)
乳房撮影 にゅうぼうさつえい
ουσιαστικό
- 01 μαστογραφία
乳化重合 にゅうかじゅうごう
ουσιαστικό
- 01 γαλακτωματικός πολυμερισμός
乳汁漏出 にゅうじゅうろうしゅつ
ουσιαστικό
- 01 γαλακτόρροια
乳痂 にゅうか
ουσιαστικό
- 01 νινίδα, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα του βρέφους, κρούστα του γάλακτος
乳果オリゴ糖 にゅうかオリゴとう
ουσιαστικό
- 01 λακτοσουκρόζη