114 αποτελέσματα για «乾»
乾固まる ひかたまる
ρήμα
- 01 ξηραίνομαι και σκληραίνω
乾材 かんざい
ουσιαστικό
- 01 ξηρή ξυλεία
乾所帯 かんじょたい
ουσιαστικό
- 01 νοικοκυριό που μαστίζεται από τη φτώχεια
乾生植物 かんせいしょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 ξηρόφυτο
乾燥果 かんそうか
ουσιαστικό
- 01 ξηρός καρπός (π.χ. καρύδια, όσπρια, θύλακες)
- 02 αποξηραμένο φρούτο
乾燥牛乳 かんそうぎゅうにゅう
ουσιαστικό
- 01 γάλα σε σκόνη
乾燥洗濯 かんそうせんたく
ουσιαστικό
- 01 στεγνό καθάρισμα
乾燥地農業 かんそうちのうぎょう
ουσιαστικό
- 01 γεωργία σε άνυδρες περιοχές
乾燥腐朽 かんそうふきゅう
ουσιαστικό
- 01 ξηρή σήψη
乾燥卵 かんそうらん
ουσιαστικό
- 01 αυγά σε σκόνη, αφυδατωμένα αυγά, αποξηραμένα αυγά
乾燥炉 かんそうろ
ουσιαστικό
- 01 κλίβανος ξήρανσης
乾地農法 かんちのうほう
ουσιαστικό
- 01 ξερική καλλιέργεια, ξηρική γεωργία
乾酪素 かんらくそ
ουσιαστικό
- 01 καζεΐνη
乾位 けんい
ουσιαστικό
- 01 βορειοδυτική διεύθυνση (σύμφωνα με το κινεζικό σύστημα των οκτώ τριγράμμων)
乾球温度計 かんきゅうおんどけい
ουσιαστικό
- 01 ξηρός θερμόμετρο
乾式工法 かんしきこうほう
ουσιαστικό
- 01 ξηρή δόμηση
乾式製錬 かんしきせいれん
ουσιαστικό
- 01 πυρομεταλλουργία
乾燥性前鼻炎 かんそうせいぜんびえん
ουσιαστικό
- 01 ξηρή πρόσθια ρινίτιδα
乾燥地形 かんそうちけい
ουσιαστικό
- 01 ξηροτοπικά γεωμορφικά χαρακτηριστικά
乾雪 かんせつ
ουσιαστικό
- 01 ξηρό χιόνι