210 αποτελέσματα για «予»
予算を削る よさんをけずる
άλλο, ρήμα
- 01 περικόπτω προϋπολογισμό
予てより かねてより
άλλο
- 01 προηγουμένως, ήδη, από πριν, εκ των προτέρων, εδώ και καιρό
予備部品 よびぶひん
ουσιαστικό
- 01 ανταλλακτικά
予想屋 よそうや
ουσιαστικό
- 01 προγνωστικός αναλυτής (σε ιπποδρομίες κ.ά.), ειδικός προβλέψεων, στοιχηματικός σύμβουλος
予選通過者 よせんつうかしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυτός που προκρίθηκε (σε αγώνα), προκριθείς
予約受付 よやくうけつけ
ουσιαστικό
- 01 κράτηση, αποδοχή παραγγελίας
予備試験 よびしけん
ουσιαστικό
- 01 προκαταρκτική εξέταση
予約券 よやくけん
ουσιαστικό
- 01 δελτίο κράτησης, κουπόνι κράτησης
予てから かねてから
άλλο
- 01 προ πολλού, εδώ και αρκετό καιρό, ήδη
予て かねて N1
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 προηγουμένως, ήδη, εδώ και καιρό, για αρκετό διάστημα
予備調査 よびちょうさ
ουσιαστικό
- 01 προκαταρκτική έρευνα
予察 よさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόβλεψη, προκαταβολική εκτίμηση
予約者 よやくしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυτός που κάνει κράτηση, υπεύθυνος κράτησης, συνδρομητής (π.χ. περιοδικού)
予科生 よかせい
ουσιαστικό
- 01 σπουδαστής προπαρασκευαστικού τμήματος
予審廷 よしんてい
ουσιαστικό
- 01 πρωτοβάθμιο δικαστήριο
予定価格 よていかかく
ουσιαστικό
- 01 προϋπολογισμένη τιμή, εκτίμηση τιμής
予備室 よびしつ
ουσιαστικό
- 01 εφεδρικό δωμάτιο, δωμάτιο αναμονής
予備交渉 よびこうしょう
ουσιαστικό
- 01 προκαταρκτικές διαπραγματεύσεις
予備員 よびいん
ουσιαστικό
- 01 αναπληρωματικό προσωπικό
予算カット よさんカット
ουσιαστικό
- 01 περικοπές προϋπολογισμού