222 αποτελέσματα για «代»

代稽古 だいげいこ

ουσιαστικό

  1. 01 αντικαταστάτης εκπαιδευτής (daigeiko)
代が変わる だいがかわる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αλλάζω χέρια, διαδέχομαι
代用教員 だいようきょういん

ουσιαστικό

  1. 01 αναπληρωτής καθηγητής
代書人 だいしょにん

ουσιαστικό

  1. 01 γραφέας, αντιγραφέας
代表理事 だいひょうりじ

ουσιαστικό

  1. 01 αντιπροσωπευτικό μέλος διοικητικού συμβουλίου, εκπρόσωπος διοικητικού συμβουλίου
代用食 だいようしょく

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστατο τροφής
代地 だいち

ουσιαστικό

  1. 01 αντικαταστατική γη
代赭色 たいしゃいろ

ουσιαστικό

  1. 01 κιτρινωπό καφέ
代謝物 たいしゃぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβολίτης
代赭 たいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινη ώχρα
代替療法 だいたいりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλακτική θεραπεία
代理大使 だいりたいし

ουσιαστικό

  1. 01 επιτετραμμένος πρεσβείας
代演 だいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικατάσταση σε παράσταση, αναπλήρωση ρόλου
代講 だいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναπληρωματική διδασκαλία, αναπληρωτής καθηγητής
代置 だいち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντικαθιστώ
代筆者 だいひつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιγράφος, αντιγραφέας
代表番号 だいひょうばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 κεντρικός τηλεφωνικός αριθμός
代わり番 かわりばん

ουσιαστικό

  1. 01 εναλλασσόμενος, παίρνω σειρά
代数式 だいすうしき

ουσιαστικό

  1. 01 αλγεβρική παράσταση
代替肉 だいたいにく

ουσιαστικό

  1. 01 υποκατάστατο κρέατος, ανάλογο κρέατος, ψευδοκρέας