255 αποτελέσματα για «仮»

仮名書き かながき

ουσιαστικό

  1. 01 γραφή με κάνα, κάτι γραμμένο με κάνα
仮囲い かりがこい

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή περίφραξη, προσωρινό χώρισμα
仮の宿り かりのやどり

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινό κατάλυμα, αυτός ο εφήμερος κόσμος
仮初めにも かりそめにも

επίρρημα

  1. 01 ούτε για μια στιγμή, ούτε στο ελάχιστο, σε καμία περίπτωση, καθόλου, επ' ουδενί λόγω
  2. 02 οπωσδήποτε, τουλάχιστον, αφήνοντας όλα τα άλλα κατά μέρος
仮払い かりばらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή προκαταβολή χρημάτων
仮綴 かりとじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή βιβλιοδεσία
仮出獄 かりしゅつごく

ουσιαστικό

  1. 01 καρισουτσουγκόκου (υφ' όρον απόλυση, αποφυλάκιση με εγγύηση)
仮決定 かりけってい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή απόφαση, διερευνητική απόφαση
仮引数 かりひきすう

ουσιαστικό

  1. 01 τυπική παράμετρος (τυπικό όρισμα)
仮定条件 かていじょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 υποθετική συνθήκη, μη πραγματοποιηθείσα συνθήκη
仮名交じり かなまじり

ουσιαστικό

  1. 01 γραφή με ανάμειξη κάντζι και κάνα
仮想接続 かそうせつぞく

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική σύνδεση
仮差押え かりさしおさえ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή κατάσχεση, προσωρινή δέσμευση, προσωρινή κατάσχεση εις χείρας τρίτου
仮泊 かはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή αγκυροβολία ανάγκης
仮家 かりいえ

ουσιαστικό

  1. 01 προσωρινή κατοικία
仮の命 かりのいのち

ουσιαστικό

  1. 01 αυτή η εφήμερη ζωή
仮相 かそう

ουσιαστικό

  1. 01 εμφάνιση, φαινόμενο
仮色 かしょく

ουσιαστικό

  1. 01 αποχρωματισμός ορυκτού λόγω ακαθαρσιών
仮調印 かりちょういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μονογραφή (συμφωνίας)
仮想アドレス かそうアドレス

ουσιαστικό

  1. 01 εικονική διεύθυνση