167 αποτελέσματα για «会»

会式 えしき

ουσιαστικό

  1. 01 μνημόσυνο, τελετή σε ναό
  2. 02 μνημόσυνο για τον Νίτσιρεν (τη 13η ημέρα του 10ου μήνα, στον Βουδισμό Νίτσιρεν)
会費制 かいひせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα κάλυψης εξόδων από τους συμμετέχοντες (π.χ. για γαμήλια δεξίωση), σύστημα εισιτηρίου εισόδου, σύστημα συνδρομής
会心の作 かいしんのさく

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 έργο που ανταποκρίνεται απόλυτα στις προσδοκίες κάποιου, έργο ζωής
会者定離 えしゃじょうり

άλλο

  1. 01 όσοι συναντώνται μοιραία θα χωρίσουν (υποδηλώνοντας τη μεταβατική φύση της ζωής), συναντιόμαστε μόνο και μόνο για να αποχωριστούμε
会主 かいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 οργανωτής μιας συνάντησης
会社持ち かいしゃもち

ουσιαστικό

  1. 01 με έξοδα της εταιρείας
会陰切開 えいんせっかい

ουσιαστικό

  1. 01 περινεοτομή
会社法 かいしゃほう

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρικό δίκαιο
  2. 02 νόμος περί εταιρειών
会員章 かいいんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σήμα μέλους
会わせる あわせる

ρήμα

  1. 01 φέρνω σε επαφή, κανονίζω συνάντηση
  2. 02 εκθέτω σε, υποβάλλω σε
会議録 かいぎろく

ουσιαστικό

  1. 01 πρακτικά συνεδρίασης, πρακτικά
会計学 かいけいがく

ουσιαστικό

  1. 01 λογιστική (επιστήμη)
会社訪問 かいしゃほうもん

ουσιαστικό

  1. 01 επίσκεψη σε εταιρεία, επίσκεψη σε μελλοντικό εργοδότη
会計簿 かいけいぼ

ουσιαστικό

  1. 01 λογιστικό βιβλίο
会計官 かいけいかん

ουσιαστικό

  1. 01 λογιστής, ταμίας
会席膳 かいせきぜん

ουσιαστικό

  1. 01 κομψός δίσκος σερβιρίσματος για επίσημο ιαπωνικό δείπνο
会津塗 あいづぬり

ουσιαστικό

  1. 01 αιζούνουρι, είδος παραδοσιακής γιαπωνέζικης λάκας από την περιοχή Άιζου
会商 かいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαπραγμάτευση, συνομιλίες
会飲 かいいん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοινή οινοποσία και ξεφάντωμα
会読 かいどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση ανάγνωσης και συζήτησης