119 αποτελέσματα για «住»

住専 じゅうせん

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία στεγαστικών δανείων
住宅扶助 じゅうたくふじょ

ουσιαστικό

  1. 01 στεγαστικό βοήθημα
住宅ローン担保証券 じゅうたくローンたんぽしょうけん

ουσιαστικό

  1. 01 τίτλος εξασφαλισμένος από στεγαστικά δάνεια
住す じゅうす

ρήμα

  1. 01 κατοικώ, διαμένω, κατοικίζω
住み所 すみどころ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία, διεύθυνση, έδρα
住生活 じゅうせいかつ

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος κατοίκησης
住民監査請求 じゅうみんかんさせいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση ελέγχου κατοίκων προς τοπική κυβερνητική αρχή
住基カード じゅうきカード

ουσιαστικό

  1. 01 βασική κάρτα μητρώου κατοίκων, κάρτα ταυτοποίησης πολίτη, κάρτα Τζούκι
住民納税者 じゅうみんのうぜいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κάτοικος φορολογούμενος
住居表示番号 じゅうきょひょうじばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός διεύθυνσης κατοικίας (σύστημα τζούκιο χιοτζί μπανγκό)
住宅バブル崩壊 じゅうたくバブルほうかい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάρρευση της φούσκας των ακινήτων
住宅行政 じゅうたくぎょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 οικιστική διοίκηση
住まい手 すまいて

ουσιαστικό

  1. 01 ένοικος, κάτοικος
住民謄本 じゅうみんとうほん

ουσιαστικό

  1. 01 επικυρωμένο αντίγραφο βεβαίωσης κατοικίας
住警器 じゅうけいき

ουσιαστικό

  1. 01 ανιχνευτής καπνού, συναγερμός καπνού
住宅宿泊事業 じゅうたくしゅくはくじぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιχειρηματική δραστηριότητα εκμίσθωσης κατοικίας (σε πλατφόρμες όπως το Airbnb κ.λπ.)
住宅団地 じゅうたくだんち

ουσιαστικό

  1. 01 συγκρότημα κατοικιών
住み替え すみかえ

ουσιαστικό

  1. 01 μετακόμιση
住宅ローン減税 じゅうたくローンげんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 φοροαπαλλαγή στεγαστικών δανείων
住宅市場 じゅうたくしじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά κατοικίας