129 αποτελέσματα για «余»
余業 よぎょう
ουσιαστικό
- 01 παράλληλη απασχόληση, δευτερεύουσα ασχολία
余炎 よえん
ουσιαστικό
- 01 αναμμένα κάρβουνα
余人をもって代えがたい よじんをもってかえがたい
άλλο
- 01 αναντικατάστατος (δύσκολο να αντικατασταθεί από κάποιον άλλο)
余党 よとう
ουσιαστικό
- 01 υπολείμματα, επιζώντες, πρόσφυγες, θύλακας (αντίστασης)
余齢 よれい
ουσιαστικό
- 01 προσδόκιμο ζωής
余所ながら よそながら
επίρρημα
- 01 από μακριά, έμμεσα, περιστασιακά
余りにも あまりにも
επίρρημα
- 01 υπερβολικά, κατά κόρον, πολύ
余聞 よぶん
ουσιαστικό
- 01 κουτσομπολιό, φήμη
余栄 よえい
ουσιαστικό
- 01 μεταθανάτιες τιμές
余財 よざい
ουσιαστικό
- 01 περίσσευμα χρημάτων, διαθέσιμα κεφάλαια, υπολειπόμενη περιουσία
余意 よい
ουσιαστικό
- 01 υπονοούμενο νόημα
余烈 よれつ
ουσιαστικό
- 01 επιτεύγματα προγόνων, οι κακές συνέπειες της ζωής των προκατόχων μας
余念無く よねんなく
επίρρημα
- 01 έντονα, προσηλωμένα, προσεκτικά, ολόψυχα
余塵 よじん
ουσιαστικό
- 01 υπολειμματική σκόνη, κατάλοιπα, απόηχος
余数 よすう
ουσιαστικό
- 01 υπόλοιπο, εναπομείνας αριθμός
- 02 συμπλήρωμα (αριθμού)
余薫 よくん
ουσιαστικό
- 01 υπόλειμμα αρώματος, επίμονη οσμή
余殃 よおう
ουσιαστικό
- 01 συμφορά που προκύπτει από αμαρτίες των προγόνων
余賊 よぞく
ουσιαστικό
- 01 υπολειπόμενοι ληστές, αήττητοι αντάρτες, διαφυγόντες κλέφτες
余儀なく よぎなく
επίρρημα
- 01 αναπόφευκτα, αναγκαία, μοιραία
余し物 あましもの
ουσιαστικό
- 01 αυτό που περισσεύει, κάτι μη απαραίτητο, πρόσωπο που εμποδίζει ή βρίσκεται στα πόδια κάποιου