145 αποτελέσματα για «使»

使用権限 しようけんげん

ουσιαστικό

  1. 01 δικαίωμα χρήσης
使用価値 しようかち

ουσιαστικό

  1. 01 αξία χρήσης
使丁 してい

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρέτης, θυρωρός, αγγελιαφόρος
使い先 つかいさき

ουσιαστικό

  1. 01 ο προορισμός μιας εξωτερικής εργασίας ή θελήματος
使用契約 しようけいやく

ουσιαστικό

  1. 01 άδεια χρήσης
使徒行伝 しとぎょうでん

ουσιαστικό

  1. 01 Πράξεις των Αποστόλων (βιβλίο της Αγίας Γραφής)
使い残し つかいのこし

ουσιαστικό

  1. 01 περίσσευμα, υπόλοιπο, απομεινάρια, κατάλοιπα
使令 しれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παροχή εντολών σε κάποιον και αξιοποίηση των υπηρεσιών του
  2. 02 υπηρέτης
使って表す つかってあらわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκφράζω κάτι χρησιμοποιώντας κάτι άλλο
使い切り つかいきり

ουσιαστικό

  1. 01 αναλώσιμος, μιας χρήσης
使い立て つかいだて

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 που σου προκαλεί μπελάδες
使用済み燃料プール しようずみねんりょうプール

ουσιαστικό

  1. 01 δεξαμενή αναλωμένου καυσίμου, δεξαμενή αποθήκευσης αναλωμένου πυρηνικού καυσίμου
使役動物 しえきどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικό ζώο, υποζύγιο
使い歩き つかいあるき

ουσιαστικό

  1. 01 διεκπεραίωση θελημάτων, αγγελιαφόρος
使用可能時間 しようかのうじかん

ουσιαστικό

  1. 01 διαθέσιμος χρόνος
使い残り つかいのこり

ουσιαστικό

  1. 01 περίσσευμα, υπόλοιπο, απομεινάρια, αποφάγια
使い慣らす つかいならす

ρήμα

  1. 01 συνηθίζω τη χρήση κάποιου πράγματος, εξασκώ, δαμάζω (ίππους)
使役動詞 しえきどうし

ουσιαστικό

  1. 01 αιτιατικό ρήμα
使徒信経 しとしんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 Σύμβολο των Αποστόλων
使徒言行録 しとげんこうろく

ουσιαστικό

  1. 01 Πράξεις των Αποστόλων (βιβλίο της Αγίας Γραφής)