280 αποτελέσματα για «保»
保菌者 ほきんしゃ
ουσιαστικό
- 01 φορέας (παθογόνου παράγοντα)
保父 ほふ
ουσιαστικό
- 01 άνδρας παιδαγωγός (σε παιδικό σταθμό, ίδρυμα παιδιών κ.λπ.), εργαζόμενος στη φροντίδα παιδιών
保守系 ほしゅけい
ουσιαστικό
- 01 συντηρητικός
保護団体 ほごだんたい
ουσιαστικό
- 01 ομάδα προστασίας
保安要員 ほあんよういん
ουσιαστικό
- 01 προσωπικό ασφαλείας (κατά τη διάρκεια απεργίας)
保護膜 ほごまく
ουσιαστικό
- 01 προστατευτική επίστρωση, προστατευτική μεμβράνη, προστατευτικό κάλυμμα
保育園児 ほいくえんじ
ουσιαστικό
- 01 νήπιο σε παιδικό σταθμό
保健衛生 ほけんえいせい
ουσιαστικό
- 01 υγιεινή, αποχέτευση
保体 ほたい
ουσιαστικό
- 01 αγωγή υγείας και φυσική αγωγή
保険契約 ほけんけいやく
ουσιαστικό
- 01 ασφαλιστήριο συμβόλαιο
保釈中 ほしゃくちゅう
ουσιαστικό
- 01 ελεύθερος με εγγύηση
保護室 ほごしつ
ουσιαστικό
- 01 κρατητήριο, χώρος προσωρινής κράτησης μεθυσμένων
- 02 δωμάτιο απομόνωσης, θάλαμος καραντίνας
保安課 ほあんか
ουσιαστικό
- 01 τμήμα ασφαλείας (π.χ. της αστυνομίας), διεύθυνση ασφάλειας, υπηρεσία δημόσιας τάξης
保水 ほすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συγκράτηση νερού
保存容器 ほぞんようき
ουσιαστικό
- 01 δοχείο αποθήκευσης, δοχείο συντήρησης
保育施設 ほいくしせつ
ουσιαστικό
- 01 εγκατάσταση φροντίδας παιδιών
保健省 ほけんしょう
ουσιαστικό
- 01 υπουργείο υγείας
保湿クリーム ほしつクリーム
ουσιαστικό
- 01 ενυδατική κρέμα
保留音 ほりゅうおん
ουσιαστικό
- 01 μουσική αναμονής, τόνος αναμονής
保険診療 ほけんしんりょう
ουσιαστικό
- 01 ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καλυπτόμενη από την ασφάλιση υγείας