127 αποτελέσματα για «修»

修繕積立金 しゅうぜんつみたてきん

ουσιαστικό

  1. 01 κοινόχρηστα συντήρησης (σε πολυκατοικία), τέλος συντήρησης, αποθεματικό κεφάλαιο για επισκευές κτιρίου
修補 しゅうほ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επισκευή, αποκατάσταση
修了証 しゅうりょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποδεικτικό ολοκλήρωσης κύκλου σπουδών (π.χ. πτυχίο, βεβαίωση παρακολούθησης)
修正者 しゅうせいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που τροποποιεί, διορθωτής
修正論 しゅうせいろん

ουσιαστικό

  1. 01 αναθεωρητισμός
修辞技法 しゅうじぎほう

ουσιαστικό

  1. 01 ρητορικό σχήμα, υφολογικό μέσο
修繕工 しゅうぜんこう

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης επισκευών
修道尼 しゅうどうに

ουσιαστικό

  1. 01 μοναχή
修正時間 しゅうせいじかん

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος τροποποίησης (για παράδειγμα ενός αρχείου)
修養会 しゅうようかい

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματική άσκηση, θρησκευτική απομόνωση
修旅 しゅうりょ

ουσιαστικό

  1. 01 εκδρομή, σχολική εκδρομή
修業年限 しゅうぎょうねんげん

ουσιαστικό

  1. 01 διάρκεια φοίτησης
修身斉家治国平天下 しゅうしんせいかちこくへいてんか

άλλο

  1. 01 όποιος επιθυμεί να κυβερνήσει τη χώρα πρέπει πρώτα να καλλιεργήσει τον χαρακτήρα του, έπειτα να διαχειριστεί την οικογένειά του, κατόπιν να κυβερνήσει τα κράτη του και μόνο τότε μπορεί να φέρει την ειρήνη στη γη
修好通商航海条約 しゅうこうつうしょうこうかいじょうやく

ουσιαστικό

  1. 01 συνθήκη φιλίας, εμπορίου και ναυτιλίας
修正資本主義 しゅうせいしほんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διορθωμένος καπιταλισμός
修院長 しゅういんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 ηγούμενος, αρχιμανδρίτης, μονάρχης
修正予算 しゅうせいよさん

ουσιαστικό

  1. 01 αναθεωρημένος προϋπολογισμός
修理店 しゅうりてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα επισκευών
修道誓願 しゅうどうせいがん

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικοί όρκοι μοναστικών ταγμάτων
修繕工場 しゅうぜんこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργείο επισκευών