90 αποτελέσματα για «借»

借音 しゃくおん

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση της κινεζικής ανάγνωσης των κάντζι για την απόδοση ιαπωνικών λέξεων (ανεξάρτητα από την πραγματική σημασία του κάντζι)
借訓 しゃっくん

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση της ιαπωνικής ανάγνωσης των κάντζι για την απόδοση γηγενών ιαπωνικών λέξεων (ανεξάρτητα από την πραγματική σημασία του κάντζι)
借り数 かりすう

ουσιαστικό

  1. 01 δανεικό ψηφίο
借入費用 しゃくにゅうひよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κόστος δανεισμού
借り払い かりばらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποπληρωμή δανείου
借りパチ かりパチ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δανείζομαι κάτι χωρίς να το επιστρέψω, εκμεταλλεύομαι κάποιον για δανεισμό αντικειμένων
借花献仏 しゃっかけんぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 κερδίζω εύνοια ή επιρροή χρησιμοποιώντας ξένη περιουσία, λογοκλοπή, προσφέρω στον Βούδα δανεικά λουλούδια (σακκάκενμπουτσου)
借りる時の地蔵顔、済す時の閻魔顔 かりるときのじぞうがお、なすときのえんまがお

άλλο

  1. 01 οι άνθρωποι δείχνουν φιλικοί όταν ζητούν δάνειο αλλά λιγότερο όταν το αποπληρώνουν, όταν δανείζονται (τα χρήματα) το πρόσωπο του Τζίζο, όταν τα επιστρέφουν το πρόσωπο του Ένμα
借りぐらしのアリエッティ かりぐらしのアリエッティ

ουσιαστικό

  1. 01 Αριέτι (ταινία κινουμένων σχεδίων του 2010), Το μυστικό κόσμο της Αριέτι
  1. 01 δανείζομαι
  2. 02 νοικιάζω