91 αποτελέσματα για «健»
健康増進 けんこうぞうしん
ουσιαστικό
- 01 προαγωγή της καλής υγείας, βελτίωση της υγείας
健康家電 けんこうかでん
ουσιαστικό
- 01 οικιακές συσκευές υγείας, συσκευές υγείας
健康科学 けんこうかがく
ουσιαστικό
- 01 επιστήμες υγείας
健康学 けんこうがく
ουσιαστικό
- 01 επιστήμες υγείας
健全育成 けんぜんいくせい
ουσιαστικό
- 01 υγιής ανατροφή (της νεολαίας), υγιής ανάπτυξη
健康優良児 けんこうゆうりょうじ
ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικά υγιές παιδί, βραβευμένο παιδί σε διαγωνισμό υγείας, υπόδειγμα υγείας
健康観察 けんこうかんさつ
ουσιαστικό
- 01 ελέγχω την υγεία (ιδίως στο δημοτικό σχολείο, κατά την προσκλητήριο εκφώνηση)
- 02 παρακολουθώ την υγεία (π.χ. ταξιδιωτών κατά την περίοδο καραντίνας)
健康サンダル けんこうサンダル
ουσιαστικό
- 01 σανδάλια υγείας, σανδάλια ρεφλεξολογίας, σανδάλια μασάζ
健保連 けんぽれん
ουσιαστικό
- 01 Εθνική Ομοσπονδία Εταιρειών Ασφάλισης Υγείας (συντομογραφία)
健康科学大学 けんこうかがくだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Επιστημών Υγείας
健
- 01 υγιής
- 02 υγεία
- 03 δύναμη
- 04 επιμονή